Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (18)



Ο εχθρός βρίσκεται εντός των πυλών, όπως αποδεικνύεται διαρκώς. Δύο ελληνόφωνοι Εφιάλτες, με την στήριξη της συμμορίας των εθνομηδενιστών, προπαγανδίζουν τις σκοπιανές θέσεις με το κατάπτυστο βιβλίο τους που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο γνωστός δημοσιογράφος Γιάννης Τριάντης τους απαντάει.

Ένα νέο βιβλίο για το "Μακεδονικό" 
και μια πρόταση…

του Γιάννη Τριάντη

Κυκλοφόρησε προσφάτως ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό» (εκδόσεις Πόλις). Συγγραφείς ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος και ο πανεπιστημιακός Δημήτρης Χριστόπουλος.

Κεντρική θέση των δύο συγγραφέων είναι ότι αναγνωρίζουν Μακεδονικό έθνος και Μακεδονική γλώσσα, ως αναφαίρετο δικαίωμα της γείτoνος FYROM. Συγκεκριμένα, λέει ο κ. Χριστόπουλος: «Πιστεύω ότι αυτά (σ.σ. έθνος και γλώσσα) είναι αξιακά αδιαπραγμάτευτα για την ταυτότητα κάποιων ανθρώπων».

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί στις 19 Απριλίου, στην αίθουσα του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Ομιλητές, η Έφη Γαζή, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Λεωνίδας Εμπειρίκος, ιστορικός, και Χρήστος Ροζάκης, ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών. Θα συντονίσει η δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη, ενώ θα απευθύνει χαιρετισμό ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης.

Ερώτημα παρεμπίπτον: Συμμερίζεται ο κ. Βούτσης την άποψη των συγγραφέων για Μακεδονικό έθνος και Μακεδονική γλώσσα; 

Ο υπογραφόμενος διαφωνεί οριζοντίως και καθέτως με την θέση αυτή, η οποία ανέχεται, στηρίζει και προπαγανδίζει τον θηριώδη σωβινισμό της FYROM. Η «μακεδονική ταυτότητα» κατασκευάστηκε αυθαιρέτως και προκλητικά από τους γείτονες, οι οποίοι αν και κατοικούν σε μέρος της Μακεδονίας, οικειοποιούνται το όλον και σφετερίζονται απροκάλυπτα την ιστορία της.

Το βιβλίο, λένε οι συγγραφείς, δεν προορίζεται για τους λίγους και τους ειδικούς, αλλά «ενδιαφέρεται να συνομιλήσει με εκείνους που είναι διατεθειμένοι να αναμετρηθούν με τους δικούς τους μύθους». Λένε επίσης, ότι μέχρι τώρα κυριαρχεί η «θλιβερή μονοτονία του λόγου περί το Μακεδονικό»…
Με αφορμή, λοιπόν, την φιλοδοξία των συγγραφέων να συνομιλήσει το βιβλίο τους με πολίτες που θέλουν να καταλάβουν «τι γίνεται» με το Μακεδονικό, η στήλη επισημαίνει ότι όντως λείπει ο νηφάλιος και γόνιμος διάλογος. Αντ’ αυτού κυριαρχούν οι παράλληλοι μονόλογοι.

Ταυτόχρονα, όμως, η στήλη διερωτάται: Γιατί μέχρι σήμερα οι συγγραφείς δεν πήραν πρωτοβουλία για ανοιχτές συζητήσεις/αντιπαραθέσεις στο Πανεπιστήμιο ή αλλαχού, ώστε να ακουστούν ευρύτερα όλες οι απόψεις και έτσι να διαμορφώσουν άποψη όσοι ενδιαφέρονται;

Μιλώ για συζητήσεις στις οποίες θα μπορούσαν να μετάσχουν εισηγητές (πανεπιστημιακοί και άλλοι) με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και όχι για  συνάξεις ομοδόξων, που αθλούνται στην ιδεολογική μονοκαλλιέργεια.

Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Έστω και τώρα -και δη με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου- είναι δυνατόν να οργανωθούν τέτοιες συζητήσεις, που θα ήταν ευχής έργον να μεταδοθούν από την δημόσια τηλεόραση.

Δημόσια η πρόταση της στήλης. Και ασφαλώς θα έχει ενδιαφέρον αν ανταποκριθούν οι δύο συγγραφείς, ώστε να αναλάβουν σχετική πρωτοβουλία.


http://newpost.gr/blogs/giannhs-trianths/665798/ena-neo-biblio-gia-to-makedoniko-kai-mia-protash-hellip


Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (17)


Οι εγκληματικές ευθύνες του ΚΚΕ 
στο Σκοπιανό πρόβλημα


Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι όλοι αυτοί οι Σκοπιανοί «μακεδόνες» δεν είναι κάτι διαφορετικό από τους βουλγαρικής συνείδησης σλαβόφωνους της Μακεδονίας, που αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό των σλαβόφωνων (σε αντίθεση με τους σλαβόφωνους Μακεδόνες Έλληνες) και οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή κατά παράβαση των συμφωνιών της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919).
Ας κάνουμε λοιπόν μια αναδρομή στο παρελθόν για να αντιληφθούμε τι ακριβώς συνέβη. 
Υπενθυμίζεται ότι με την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησε η υπογραφή Συνθηκών των νικητών με κάθε μία από τις ηττημένες χώρες. Έτσι, στις 27 Νοεμβρίου 1919, με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (Neuilly sur Seine), που καθόριζε τις τύχες της Βουλγαρίας και της ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης που επακολούθησε, όλοι οι Έλληνες και Βούλγαροι πολίτες που ανήκαν σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες μπορούσαν να μεταναστεύσουν εκατέρωθεν υπό την εποπτεία μικτής διακρατικής επιτροπής. Μπορούσαν, δηλαδή, οι βουλγαρικής συνείδησης Σλαβόφωνοι, να μεταναστεύσουν στη Βουλγαρία ή αλλού, ρευστοποιώντας μάλιστα τις περιουσίες τους. Οι ίδιοι όροι ίσχυσαν και για τους Έλληνες της Βουλγαρίας. Για να δοθεί μια οριστική λύση στο πρόβλημα η Σύμβαση συμπεριέλαβε και όλους εκείνους που είχαν μεταναστεύσει την τελευταία εικοσαετία. Οι ρυθμίσεις αυτές όμως δεν εφαρμόστηκαν παρά μόνον κατόπιν της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης το φθινόπωρο του 1923, μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, η οποία οριοθέτησε επίσημα και την υποχρεωτική ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή καρκινοβατούσε καθώς, σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι ήσαν εξαιρετικά απρόθυμοι να μεταναστεύσουν. Γι' αυτό, επανειλημμένα, παρατάθηκε η ισχύς της σύμβασης, προκειμένου να υπερνικηθούν οι δισταγμοί τους, που όπως διαπιστώθηκε οφείλονταν στις δραστηριότητες της ΕΜΕΟ, η οποία συστηματικά ενεθάρρυνε να παραμείνουν στην Ελλάδα.
Η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ, στα βουλγαρικά: ΒΜΡΟ, βε-με-ρο) ιδρύθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1893 από τους Νταμιάν Γκρούεφ, τον Γκότσε Ντέλτσεφ, τον Γκόρτσε Πετρώφ,  τον Γιάνε Σαντάνσκι και τον Κρίστο Τατάρτσεφ. Αρχικός στόχος της οργάνωσης φέρεται πως ήταν η απελευθέρωση των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της περιοχής Ανδριανούπολης από τον Οθωμανικό ζυγό και η θέσπιση αυτόνομου καθεστώτος, που πιθανόν μελλοντικά να οδηγούσε και σε ένωση αυτών των περιοχών με τη Βουλγαρία, καθώς και η διατήρηση της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας. Το σύνθημα της οργάνωσης ήταν «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες».
Οι πραγματικές της επιδιώξεις, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον Τατάρτσεφ, τον Πρόεδρο (από το 1894) της ΕΜΕΟ ήσαν στην πραγματικότητα εντελώς διαφορετικές: «Δεν ήταν δυνατόν να υιοθετήσουμε το σύνθημα της άμεσης προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, γιατί βλέπαμε ότι τούτο θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες λόγω της αντίδρασης των Μεγάλων Δυνάμεων και των επί της Μακεδονίας βλέψεων των γειτονικών κρατών και της Τουρκίας. Κάνουμε τη σκέψη ότι μια αυτόνομη Μακεδονία θα ηδύνατο ευκολότερα να ενωθεί με την Βουλγαρία».
(Βλ. Λιούμπομιρ Παναγιότωφ «Το Μακεδονικό ζήτημα και οι Βούλγαρο-Γιουγκοσλαβικές σχέσεις» Σόφια 1991, σελ 102 και Κρασιμίρ Καρακατσάνωφ «ΒΜΡΟ-100 χρόνια αγώνας για την Μακεδονία», Σόφια, 1996 σελ. 17-18).

Ιδιαίτερα όμως καταστρεπτική, με ανυπολόγιστες συνέπειες όχι μόνο για την περιοχή της Μακεδονίας, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα, υπήρξε η ταύτιση το 1924 του ΚΚΕ με τις επιδιώξεις ξένων κέντρων και συγκεκριμένα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), η οποία για την εξυπηρέτηση δικών της στρατηγικών και τακτικών στόχων αποφάσισε να υποστηρίξει την κατασκευή μιας ανύπαρκτης «σλαβομακεδονικής» εθνότητας, καθώς και την δημιουργία «ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης» με την απόσπασή τους από την ελληνική επικράτεια. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά άνοιξε τον ασκό του Αιόλου διότι οι θέσεις αυτές ταυτίσθηκαν με τις σερβικές και βουλγαρικές θέσεις και εθνικές διεκδικήσεις τους, που είχαν δρομολογηθεί ήδη από το β΄μισό του 19ου αιώνα για την Μακεδονία.
Στην διάρκεια της τριπλής γερμανο-ιταλο-βουλγαρικής Κατοχής της Ελλάδος, την ημέρα εορτής των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, στις 24 Μαΐου 1941, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η βουλγαρική λέσχη. Η Βουλγαρία διεκδικούσε πέρα από την ανατολ. Μακεδονία της οποίας είχε αναλάβει την διοίκηση και την υπόλοιπη Μακεδονία. Η βουλγαρική λέσχη υπήρξε ουσιαστικά το ορμητήριο της βουλγαρικής προπαγάνδας στην κεντρικο-δυτική Μακεδονία. Παρουσιάστηκε ως πολιτιστικός σύλλογος, ενώ ο κύριος σκοπός της λέσχης ήταν η δημιουργία βουλγαρικής προπαγάνδας. Βασικό μέλημα της λέσχης ήταν να δελεάσει με την διανομή ειδικών δελτίων όσους ήθελαν να πολιτογραφηθούν Βούλγαροι. Οι κάτοχοι των δελτίων και μόνον παραλάμβαναν τρόφιμα, τα οποία προέρχονταν από τον Ερυθρό Σταυρό και προορίζονταν για τους φτωχούς.
Με την εμφάνιση τέλη 1942-αρχές 1943 αντιστασιακών ομάδων στην ΚΔ Μακεδονία οι Γερμανο-Ιταλοί αποδέχονται τα πιεστικά αιτήματα των Βουλγάρων και στις 5 Μαρτίου του 1943 ιδρύεται στην Καστοριά το «Βούλγαρο-Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο», μια λαϊκή αστυνομική δύναμη στην δυτική Μακεδονία, που έφτασε σε δύναμη περί τους 1600 βουλγαρίζοντες.
Παράλληλα, στις αρχές του 1944 οι Βούλγαροι με την κάλυψη των Γερμανών (η Ιταλία μετά την ανακωχή που υπογράφηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 αποσύρθηκε από τον Άξονα) σχημάτισαν μία νέα πολιτοφυλακή αποτελούμενη από σλαβόφωνους βουλγαρικής συνείδησης, με την επωνυμία «Οχράνα», που σήμαινε «αυτοάμυνα». Αυτή ήταν η διάδοχη κατάσταση του Κομιτάτου που είχαν ιδρύσει πρωτύτερα οι Ιταλοί και εν πολλοίς στηριζόταν στο ανθρώπινο δυναμικό του Κομιτάτου. Για τον λόγο αυτό τα μέλη της Οχράνα παρέμεναν γνωστοί σαν κομιτατζήδες για να θυμίζουν προφανώς τους ομώνυμους Βούλγαρους του Μακεδονικού Αγώνα.  Ακολουθεί τον Ιούνιο του 1944 στην Έδεσσα, η ίδρυση ανάλογης ομάδας οπλισμένων σωμάτων από βουλγαρίζοντες. Επίσης, η βουλγαρική επιρροή στην Οχράνα ήταν αρκετά ισχυρότερη απ΄ότι ήταν στο Κομιτάτο, επειδή οι Γερμανοί άφηναν στους Βούλγαρους μεγαλύτερα περιθώρια δράσης απ’ ότι οι Ιταλοί, που κατείχαν την περιοχή ως τον Σεπτέμβριο του 1943. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Γερμανοί δεν είχαν βλέψεις στην δυτική Μακεδονία, σε αντίθεση με τους Ιταλούς.
Ήδη όμως τον Νοέμβριο του 1943 στελέχη του μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ σε συνδιάσκεψη της περιφερειακής επιτροπής του ΚΚΕ Φλωρίνης στο χωριό Δροσοπηγή ίδρυσαν το ΣΝΟΦ. Αποφασίστηκε να μην υπαχθεί τυπικά το ΣΝΟΦ στον ΕΛΑΣ αλλά να διαθέτει δικές του ένοπλες μονάδες. Μέσω του ΣΝΟΦ κύριος σκοπός των κομμουνιστών ήταν να προσεταιριστούν τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους της Μακεδονίας, καθώς έως τότε οι κατακτητές είχαν κατορθώσει να πάρουν με το μέρος τους και να εξοπλίσουν ένα τμήμα της συγκεκριμένης κοινότητας. Αντίστοιχες προσπάθειες προσεταιρισμού των σλαβόφωνων της Βαρντάρσκα (σημερινά Σκόπια) έκαναν και οι αντάρτες του Τίτο. Το ΣΝΟΦ εξαρχής είχε σκοπούς αυτονομιστικούς, δηλαδή στόχευε στην απόσπαση της ελληνικής Μακεδονίας απ’τον εθνικό κορμό. Αυτό φυσικά ήταν εν γνώσει της ηγεσίας του ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που επεδείκνυε χαρακτηριστική ανοχή στην αυτονομιστική δραστηριότητα των σνοφιτών, παρά το ότι επισήμως δεν υιοθετούσε τις ανθελληνικές θέσεις τους. Λόγω αυτής της ανοχής της κομμουνιστικής ηγεσίας, τα στελέχη του ΣΝΟΦ απέκτησαν μία ελευθερία κινήσεων στην περιοχή και προπαγάνδιζαν ανοιχτά τις θέσεις τους για ανεξάρτητη Μακεδονία προσπαθώντας να προσελκύσουν σλαβόφωνους ρευστής εθνικής συνείδησης που έτειναν είτε προς την Βουλγαρία είτε προς τον Τίτο.

Τον Ιούλιο του 1944 το ΚΚΕ επέτρεψε την ίδρυση ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων στα πλαίσια του ΕΛΑΣ, κυρίως για να έχει την πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη του Τίτο μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου. Αλλά τόσο το τάγμα Φλώρινας-Καστοριάς με επικεφαλής τον Goce (Ηλίας Δημάκης) όσο και το τάγμα Αριδαίας-Έδεσσας συνέχιζαν την ίδια πολιτική, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1944 ο ΕΛΑΣ να συγκρουστεί με το τάγμα του Goce και να το απωθήσει στην Γιουγκοσλαβία.

Γενικότερα πάντως, το ΣΝΟΦ απέτυχε να δημιουργήσει δικούς του οπαδούς και αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία ακόμα και από τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους. Αυτό που κατάφερε ήταν το ότι λειτούργησε σαν καθαρτήριο για πολλούς πρώην φιλο-αξονικούς βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους που εν μία νυκτί μετετράπησαν σε δήθεν "αντιστασιακούς" αυτονομιστές. Παρέμεναν όμως σταθεροί στον ανθελληνισμό. Αυτό συνέβαινε κυρίως μέσα στο 1944 οπότε και η τροπή του πολέμου έγερνε ολοένα σε βάρος του Άξονα και τα καιροσκοπικά βουλγαρίζοντα στοιχεία έσπευδαν να αλλάξουν αφεντικό. Βέβαια, προσχωρήσεις κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ είχαν ήδη ξεκινήσει από τον Ιούνιο 1943 όταν γύρω στους 50-60 κομιτατζήδες από την ευρύτερη περιοχή του Άργους Ορεστικού εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Το ίδιο έγινε και τον Οκτώβριο με άλλους 47 κομιτατζήδες από τον Απόσκεπο και άλλους 10 από το Βατοχώρι. Ο Πασχάλης Καλλιμάνης, που ήταν αρχηγός των κομιτατζήδων του Καλοχωρίου, τον Ιούλιο του 1943 με άλλους 16 συνεργάτες του πέρασαν στον ΕΛΑΣ.
Στην διάρκεια του ανταρτοπολέμου 1946-49 όλοι σχεδόν οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι πέρασαν στο πλευρό του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», ενώ υπήρξαν και αρκετές περιπτώσεις βίαιης στρατολόγησης σλαβοφώνων που δεν ήσαν βουλγαρόφρονες.
Μετά την ήττα του ΔΣΕ τα υπολείμματά του κατέφυγαν στην Γιουγκοσλαβία κυρίως και λίγοι στην Αλβανία. Στην περιοχή των Σκοπίων παρέμειναν όλοι οι σλαβόφωνοι που υποχρεώθηκαν να δηλώσουν «μακεδονική» εθνικότητα. Όσοι αρνήθηκαν, παρά τις πιέσεις που τους ασκήθηκαν, προωθήθηκαν μαζί με τους προσφυγικής καταγωγής (Μικρασιάτες και Ποντίους) σε άλλες περιοχές και χώρες.

Βασική Βιβλιογραφία
Αλέξανδρος Δάγκας, Γιώργος Λεοντιάδης, «Κομιντέρν και μακεδονικό ζήτημα - Το ελληνικό παρασκήνιο, 1924», Αθήνα 1997

Νικολάου Α. Βασιλειάδη, Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη, «Από τον Σλαβο-μακεδονισμό στον Σκοπιανό Μακεδονισμό: Η γενεαλογία μιας εθνολογικής λαθροχειρίας», Θεσσαλονίκη 2017

Σφέτας Σπυρίδων, «Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ο αιώνα», Θεσσαλονίκη, 2001
ΔΕΕ

Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (16)


Κόκκινες γραμμές στο Σκοπιανό 
ή Εθνικός Διχασμός



Να το πούμε απλά και κατανοητά, διότι δεν πρέπει να κοροϊδευόμαστε. Λυδία λίθος για μια συμφωνία στο Σκοπιανό είναι να περιλαμβάνει τρία σκέλη.

Πρώτον, απάλειψη κάθε ψήγματος εθνικής διεκδίκησης των βόρειων γειτόνων. Είτε αυτή διατυπώνεται στο Σύνταγμα είτε στο όνομα είτε σε γέφυρες και πλατείες.

Δεύτερον, διασφάλιση ότι η συμφωνία θα ισχύσει στον χώρο (κατά πάντων) και στον χρόνο (για πάντα).

Τρίτον, σεβασμό στις εθνικές ευαισθησίες της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων όπως τις αντιλαμβάνονται και τις διατυπώνουν οι ίδιοι από την Αριδαία έως την Ιεράπετρα.

Απάλειψη, διασφάλιση, σεβασμός. Πράγματα αυτονόητα. Που ευκολότερα τα λες και δυσκολότερα τα κάνεις, συμφωνώ. Το βέβαιο είναι όμως ότι μια συμφωνία που δεν θα ενσωματώνει κατά γενική συνομολόγηση αυτά τα τρία σκέλη δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή, ούτε σεβαστή. Θα εξελιχθεί σε πεδίο διχασμού.

Αντιλαμβάνομαι ότι κάποιοι ενδιαφερόμενοι ή απλώς επιπόλαιοι υιοθετούν μια λογική εκπτώσεων στο όνομα ενός συμβιβασμού και μιας «λύσης».

Κάνουν λάθος. Η λογική της «ευκαιρίας» που πρέπει να αρπάξουμε όσο όσο όχι μόνο δεν λύνει κανένα ανοιχτό πρόβλημα, αλλά θα κληροδοτήσει ένα βαθύ ρήγμα. Για να το πω απλά, μια αμφιλεγόμενη συμφωνία μπορεί να περάσει με ανεμομαζώματα στη Βουλή, αλλά θα βάλει τη χώρα σε μια περιπέτεια ανυπολόγιστης εθνικής και πολιτικής απο-σταθεροποίησης.

Εύχομαι ειλικρινά η κυβέρνηση και διάφοροι πρόθυμοι κουφιοκεφαλάκηδες να μην μπουν στον πειρασμό. Μπορεί να καμαρώνουν για τις απόψεις τους, μπορεί να τις θεωρούν σχεδόν αυταπόδεικτες, μπορεί κάποιες να τις συμμερίζομαι και εγώ, αλλά σε ένα τέτοιο ζήτημα όροι επιβολής δεν χωρούν.
Η λύση πρέπει να αντιπροσωπεύει όλους τους Έλληνες μαζί και τον καθένα χωριστά. Τι σε έπιασε; θα με ρωτήσετε.

Με έπιασε ότι δεν έχω καμία εμπιστοσύνη σε όσους χειρίζονται ένα ζήτημα υψηλής εθνικής έντασης σαν φθηνό κομματικό κόλπο. Τους έχω ικανούς να τα κάνουν λαμπόγυαλο αν κρίνουν ότι τους συμφέρει.

Με έπιασε ότι δυσπιστώ για το φρόνημα, την ευσυνειδησία και την ευθυκρισία τους. Σε ποια σοβαρή χώρα θα πρωτοστατούσαν σε τέτοια υπόθεση ένας Κοτζιάς με έναν Καμμένο;

Με έπιασε ότι η βλάβη που απειλεί τον εθνικό ιστό είναι πολύ μεγαλύτερη από το πολιτικό μπόι όσων την παίρνουν αψήφιστα.

Με έπιασε ότι οι ανοησίες περί ακροδεξιών, εθνικιστών, όχλου και γραφικών φανερώνουν κυρίως άγνοια, τυχοδιωκτισμό και μικροπολιτική.

Από όσα έχουν ειπωθεί κρατώ την επαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση του Μητσοτάκη ότι «δεν θα διχάσω εγώ τους Έλληνες». Μακάρι. 
Ελπίζω τη διαβεβαίωση αυτή να προσυπογράφουν και οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί.

Διαφορετικά, δεν σας κρύβω ότι φοβάμαι!

Γιάννης Κ. Πρετεντέρης




Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (15)



Παπανδρέου-Μιλόσεβιτς: Μια ιστορική 
μαρτυρία-τεκμήριο
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ 28-1-2018
Αυτό που θα σας περιγράψω παρακάτω μου το διηγήθηκε, με αφορμή το Σκοπιανό, ο Δημήτρης Κρεμαστινός, πρώην υπουργός Υγείας, προσωπικός ιατρός του Ανδρέα Παπανδρέου και σήμερα αντιπρόεδρος της Βουλής (με το Κίνημα Αλλαγής). Δείτε λοιπόν πόσο εμπιστευόταν ο Ανδρέας τον προσωπικό του γιατρό, ακόμα και σε ειδικού τύπου απόρρητες αποστολές, όπως αυτή με τα Σκόπια. 
Το 1995 ο κ. Κρεμαστινός ήταν υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας και ετοιμαζόταν να επισκεφθεί επισήμως το Βελιγράδι με πρόσκληση του σέρβου ομολόγου του, αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Επρόκειτο να τον αναγορεύσουν επίτιμο καθηγητή Καρδιολογίας για τις παθήσεις του μυοκαρδίου. Ενώ ήταν έτοιμος να αναχωρήσει, τον καλεί ο Ανδρέας Παπανδρέου. 
Ο πρωθυπουργός έδωσε στον υπουργό του μια κλειστή επιστολή με την επισήμανση να την παραδώσει προσωπικά στα χέρια του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Κανείς δεν γνώριζε το περιεχόμενο της επιστολής, αν και ο κ. Κρεμαστινός ρώτησε τον Παπανδρέου ποιο ήταν το αντικείμενο της επιστολής, αλλά ο τότε πρωθυπουργός δεν το αποκάλυψε και του είπε ότι θα τα πουν μόλις επιστρέψει στην Αθήνα. 
Όντως ο κ. Κρεμαστινός παρέδωσε την επιστολή στον Μιλόσεβιτς (με μεσολάβηση του Σέρβου υπουργού Υγείας και του Σέρβου πρωθυπουργού), αλλά ο Σέρβος πρόεδρος τον ευχαρίστησε χωρίς να ανοίξει την επιστολή μπροστά του. 
Επιστρέφοντας στην Αθήνα ο κ. Κρεμαστινός πήγε κατευθείαν στην Εκάλη για να αναφέρει στον Παπανδρέου ότι η «αποστολή εξετελέσθη» και ο Ανδρέας του αποκάλυψε ότι το 1992 ο Μιλόσεβιτς ζήτησε από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να αποκλείσει με ελληνικά στρατεύματα τα σύνορα με την πΓΔΜ, ώστε να εισέλθουν σε αυτήν τα σερβικά στρατεύματα και να την καταλάβουν. Με δυο λόγια, ζητούσε να μπλοκάρει στα ελληνο-σκοπιανά σύνορα την όποια προσπάθεια διαφυγής πληθυσμού και στρατευμάτων προς την Ελλάδα. 
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πληροφορήθηκε το αίτημα Μιλόσεβιτς, αλλά εκείνο που προτίμησε να κάνει ήταν να ενημερώσει τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας και φίλο του Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ. Ουδείς έπραξε το παραμικρό.


Πώς πέτυχε την ενδιάμεση συμφωνία

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου έγραφε στον Μιλόσεβιτς να είναι προσεκτικός και να αποφύγει τη βία εναντίον της πΓΔΜ, γιατί κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τη Γιουγκοσλαβία. 
Νωρίτερα, το 1993, ο Ανδρέας είχε επινοήσει άλλον έναν τρόπο, χωρίς να χρησιμοποιήσει βία (όπως ήθελε ο Μιλόσεβιτς), για τον αποκλεισμό των Σκοπίων. Επέβαλε το οικονομικό εμπάργκο και κατάφερε την περίφημη ενδιάμεση συμφωνία με την ακύρωση διαφόρων αλυτρωτικών συμβόλων (αντικατάσταση της σημαίας της Βεργίνας, αλλαγή των εθνικών συμβόλων της πΓΔΜ και, το σημαντικότερο, τροποποίηση του Συντάγματός της). Αυτά μου είπε ο κ. Κρεμαστινός, αυτά σας μετέφερα και αμαρτίαν ουκ έχω.

Να σημειώσω εδώ ότι τελευταίως πολλά στελέχη της ΝΔ άρχισαν να... εξυμνούν τον Ανδρέα Παπανδρέου για αυτήν ακριβώς την ενδιάμεση συμφωνία με τα Σκόπια. Όχι για κανέναν ιδιαίτερο λόγο, ότι δηλαδή ξαφνικά αγάπησαν τον Ανδρέα, αλλά για να δείξουν πώς λειτούργησε τότε ο Παπανδρέου και πώς λειτουργεί ο Τσίπρας σήμερα, που το μόνον αλυτρωτικό που πέτυχε (όπως λένε) είναι η αλλαγή της ονομασίας «Μέγας Αλέξανδρος» του αεροδρομίου και η ονομασία της οδού που συνδέει τα Σκόπια με την Ελλάδα «Φιλία».





Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (14)



Ένα εξαιρετικά επίκαιρο άρθρο, γραμμένο πριν 11 χρόνια, που ισχύει κάθε του λέξη ακόμα  και σήμερα. 

Λάθος «λύση», 
σε λάθος πρόβλημα, 
τη λάθος στιγμή

Του Χρύσανθου Λαζαρίδη
  
Αδιαλλαξία εν όψει μιας διαπραγμάτευσης, δείχνουν είτε αυτοί που νιώθουν υπερβολικά ισχυροί λόγω αλαζονείας, είτε αυτοί που νιώθουν απολύτως ανίσχυροι λόγω ανασφάλειας. Οι αλαζόνες δεν νιώθουν την ανάγκη να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση. Και οι απελπισμένοι δεν έχουν το παραμικρό περιθώριο να κάνουν την ελάχιστη υποχώρηση.
Για να προκύψει διαπραγματευτική λύση μιας διαμάχης, συνήθως οι δύο πλευρές πρέπει να βρίσκονται σε μιαν «ενδιάμεση» κατάσταση: να μην νιώθουν υπερβολικά ισχυροί, αλλά ούτε και υπερβολικά ανασφαλείς. Μόνο τότε έχουν κίνητρα να κάνουν υποχωρήσεις (αφού δεν νιώθουν υπερβολικά ισχυροί) κι έχουν, ταυτόχρονα, περιθώρια να κάνουν υποχωρήσεις (αφού δεν νιώθουν υπερβολικά ανίσχυροι).Γι’ αυτό και δεν είναι συνηθισμένο να προκύπτει μια μόνιμη λύση μέσα από διαπραγμάτευση. Είναι η εξαίρεση μάλλον, παρά ο κανόνας. Διότι πρέπει να βρίσκονται και οι δύο πλευρές σε αυτή την «ενδιάμεση κατάσταση». Αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια. Εδώ συχνά υπεισέρχεται και ο παράγοντας «χρόνος»: Καμιά φορά η μία πλευρά μπορεί να μη νιώθει αλαζονική, αλλά προσδοκά να κερδίσει αρκετά ακόμα, στο μέλλον. Συνεπώς δεν έχει κίνητρο να έλθει σε συμβιβασμό τώρα. Ενώ η άλλη πλευρά μπορεί να μη νιώθει απελπισμένη, αλλά φοβάται ότι αν έλθει σε συμβιβασμό, μπορεί να χάσει ακόμα περισσότερα, αργότερα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ακόμα κι αν η διαφορά στην αίσθηση ισχύος των δεν πλευρών δεν έχει φτάσει στα άκρα (αλαζονείας κι απελπισίας), πάλι αρκούν διαφορετικές προσδοκίες για το μέλλον, για να ακυρώσουν μια διαπραγμάτευση.
Για να υπάρξει διαπραγματευτική λύση, είναι απαραίτητο αμφότερες οι πλευρές να βρίσκονται πολύ κοντά σε αίσθηση ισχύος. Κι ακόμα είναι απαραίτητο να έχουν πειστεί αμφότερες, ότι ο χρόνος κυλά υπέρ τους, αν τα βρουν - όχι αν αφήσουν σε εκκρεμότητα τη διαφορά τους. Αυτό είναι μάλλον σπάνιο. Κι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε πολλά διεθνή προβλήματα ανοικτά. Και σπάνια έχουμε διαπραγματευτικές λύσεις από τις οποίες προκύπτουν μόνιμες και σταθερές συμφωνίες. Έτσι, η Τουρκία δείχνει σήμερα αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, γιατί νιώθει ιδιαίτερα ισχυρή, δηλαδή από αλαζονεία. Ενώ τα Σκόπια δείχνουν αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδος, για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: γιατί νιώθουν μεγάλη ανασφάλεια.

Η ανασφάλεια των Σκοπίων
Τα Σκόπια γνώριζαν εξ αρχής ότι ήταν ένα πολυεθνικό κράτος, που προσπαθεί να υπάρξει ως «εθνικό κράτος-Μακεδόνων». Ο ψευτομακεδονισμός του ήταν η μόνη συγκολλητική ουσία ενός συνονθυλεύματος, αποτελούμενου από σλαβικούς πληθυσμούς που δηλώνουν «Μακεδόνες» και νιώθουν Βούλγαροι, από άλλους σλαβικούς πληθυσμούς που δηλώνουν «Μακεδόνες», αλλά νιώθουν ξεχωριστή εθνότητα (μη Βούλγαροι και μη Έλληνες) κι από Αλβανόφωνους που αντιμετωπίζουν τη «Μακεδονική ταυτότητα» ως σκέτο γεωγραφικό προσδιορισμό και νιώθουν Αλβανοί.

Το Μακεδονικό ιδεολόγημα, μπορούσε να λειτουργήσει συγκολλητικά στο μέλλον, μόνο αν προσλάμβανε χαρακτηριστικά αλυτρωτισμού: δηλαδή αν διακήρυσσε την ύπαρξη «υπόδουλων Μακεδόνων» εκτός συνόρων και προσέβλεπε την «απελευθέρωσή» τους. Για να υπάρξει ως «ενιαίο έθνος Μακεδόνων» ένα συνονθύλευμα πληθυσμών - που δεν ήταν ούτε «ενιαίο» ούτε «έθνος Μακεδόνων» - θα ’πρεπε να προσλάβει χαρακτηριστικά του πιο επιθετικού αλυτρωτισμού σε βάρος των γειτόνων του. Κι αυτό έκανε το νεοπαγές κράτος, ήδη από το Προοίμιο του Συντάγματός του. Αμφισβητώντας η Ελλάδα το όνομα των Σκοπίων, αμφισβητούσε ολόκληρο το Μακεδονικό ιδεολόγημα. Και αποκρούοντας τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων, ακύρωνε τη μόνη συγκολλητική ουσία του κράτους: τη μακεδονική ταυτότητα.
Τα Σκόπια ήταν αδύνατο να διαπραγματευθούν - πολύ περισσότερο να απεμπολήσουν - τη μόνη συγκολλητική ουσία τους. Γι’ αυτό και ουδέποτε δέχθηκαν οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομά τους. Υπάρχει, βέβαια, η φιλολογία για το λεγόμενο «Πακέτο Πινέϊρο» που προτάθηκε, στην Ελλάδα το Μάρτιο του 1992 και απορρίφθηκε από την τότε Ελληνική Κυβέρνηση (Μητσοτάκη) κι από το Β΄ Συμβούλιο Αρχηγών. Η πρόταση εκείνη ήταν «Νέα Μακεδονία», αποτελούσε προσωπική εισήγηση του κ. Κουτιλιέϊρο, βοηθού του κ. Πινέϊρο, και πριν απορριφθεί από την Ελλάδα είχε ήδη απορριφθεί από τα Σκόπια. Αυτό το ομολογεί ο ίδιος ο κ. Κουτιλιέϊρο. Το επιβεβαιώνει ο κ. Πινέϊρο. Το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Κ. Γκλιγκόροφ, στο βιβλίο του που εκδόθηκε πρόσφατα, όπου επισημαίνει ότι την πρόταση εκείνη Πινέϊρο-Κουτιλιέϊρο ούτε που την είχαν συζητήσει καν! Σκεφτείτε: Εκείνοι δεν το συζήτησαν ποτέ. Εμείς ακόμα κουβεντιάζουμε μιαν ανύπαρκτη «χαμένη ευκαιρία».
Μετά το 2001 η ηγεσία των Σκοπίων νιώθει ακόμα πιο ανασφαλής. Γιατί οι Αλβανόφωνοι της FYROM ξεσηκώθηκαν, έφτασαν ως τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου και η γενική αιματοχυσία αποφεύχθηκε με τη Συμφωνία της Αχρίδας. Η Συμφωνία εκείνη προβλέπει ότι οι Αλβανοί γίνονται πλέον «συστατική εθνότητα» της FYROM. Από τη στιγμή που η FYROM αποτελείται από δύο συστατικές εθνότητες τους Αλβανούς και τους λεγόμενους «Μακεδόνες» - παύει να είναι πλέον ενιαίο εθνικό κράτος «Μακεδόνων». Ο ψευτομακεδονισμός, ως συγκολλητική ουσία του κράτους, υπέστη αποφασιστικό πλήγμα και μάλιστα στο εσωτερικό του.

Μετεξέλιξη η διάσπαση
Το βασικό πρόβλημα, πλέον, αφορά όχι το όνομα, αλλά την ίδια την υπόσταση της FYROM. Κι είναι πρόβλημα για τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής:
Είτε η FYROM θα μετεξελιχθεί σε Ομοσπονδία καντονίων, διαφορετικής και διαχωρισμένης εθνολογικής σύστασης - κατεύθυνση που προεξοφλεί η Συμφωνία της Aχρίδας.

Είτε θα διαμελιστεί, με την Αλβανική περιοχή του Τετόβου να αποσχίζεται από τη FYROM και να ενώνεται με το Κόσσοβο (ή απευθείας με την Αλβανία). Η επερχόμενη ανεξαρτησία του Κοσσόβου, οδηγεί προς αυτή τη δεύτερη λύση.

Εν όψει αυτών των εξελίξεων, η κυβέρνηση των Σκοπίων νιώθει απόλυτα ανίσχυρη. 
Η ύπαρξή της απειλείται από την επικείμενη ανεξαρτησία του Κοσσόβου. 

Η μετεξέλιξή της προεξοφλείται από την Συμφωνία της Aχρίδας. Η Κυβέρνηση των Σκοπίων δεν είναι σε θέση να επιτρέψει ούτε τον διαμελισμό της χώρας ούτε την μετεξέλιξη του κράτους σε Ομοσπονδία (που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για ειρηνική απόσχιση των Αλβανών αργότερα). Η εκκρεμότητα της ονομασίας με την Ελλάδα απλώς επιτείνει τα αδιέξοδα των Σκοπίων. Αν απεμπολήσουν το «συνταγματικό τους όνομα», απλώς επιδεινώνουν την ήδη επισφαλή θέση τους.

Η πραγματική διαπραγμάτευση που «καίει» τα Σκόπια είναι με τους Αλβανούς του Τετόβου που επιδιώκουν απόσχιση, και με τους Δυτικούς που πιέζουν για ειρηνική μετεξέλιξη των Σκοπίων σε Ομοσπονδία, κατ’ εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, για να αποτραπεί η απόσχιση του Τετόβου. Μέχρι να λυθεί αυτό το πρόβλημα τα Σκόπια δεν διαπραγματεύονται τίποτε.. Όταν θα ξεσπάσει η κρίση του Τετόβου, τα Σκόπια θα διαπραγματεύονται τα πάντα.
Συνεπώς, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο εκείνο, κάθε διαπραγμάτευση με την Ελλάδα είναι μάταιη. Και κάθε υποχώρηση της Ελλάδας, περιττή και επιζήμια. Όταν θα τεθεί το πρόβλημα μετεξέλιξης ή διαμελισμού των Σκοπίων, τότε η κυβέρνησή τους θα είναι έτοιμη να διαπραγματευθεί τα πάντα. Πολύ περισσότερα από μια «σύνθετη ονομασία».
Όποιος ενδιαφέρεται σοβαρά για διαπραγματευτική λύση, αναζητά και την κατάλληλη στιγμή, το περιβόητο timing. Η κατάλληλη στιγμή είναι όταν τα Σκόπια τεθούν έμπρακτα μπροστά το δίλημμα: Ομοσπονδιακή μετεξέλιξη ή διαμελισμός.
Τότε θα αναγκαστούν να αλλάξουν το Σύνταγμά τους, για να γίνουν Ομοσπονδία και να αποφύγουν το διαμελισμό. Και τότε θα τεθεί ζήτημα αλλαγής και του Προοιμίου του Συντάγματός τους και της «συνταγματικής τους ονομασίας». Πολύ περισσότερο που στο νέο (Ομοσπονδιακό) Σύνταγμα και στο νέο όνομα θα έχουν λόγο και οι Αλβανοί του Τετοβου, για τους οποίους το ψευτομακεδονικό ιδεολόγημα δεν λέει τίποτε.

 Συμπεράσματα
* Μπορεί στο θέμα της ονομασίας ο χρόνος να κυλά υπέρ των Σκοπίων, αλλά στο μείζον θέμα της ύπαρξής τους, ο χρόνος κυλά σε βάρος τους.
* Το βασικό που τους ενδιαφέρει είναι η ύπαρξή τους, όχι το όνομά τους.
* Το δίλημμα που τους τίθεται είναι αν θα διαμελιστούν ή θα μετεξελιχθούν σε Ομοσπονδία για να αποφύγουν το διαμελισμό.
* Μέχρι να τεθεί αυτό το δίλημμα από τα πράγματα (με την ανεξαρτησία του Κοσσόβου), τα Σκόπια δεν είναι διατεθειμένα να διαπραγματευθούν το παραμικρό. Όταν θα τεθεί από τα πράγματα αυτό το δίλημμα, τα Σκόπια θα είναι υποχρεωμένα να διαπραγματευθούν τα πάντα.
* Η κατάλληλη στιγμή για διαπραγμάτευση δεν είναι τώρα, αλλά τότε. Διότι τότε η Ελλάδα θα μπορεί να αποσπάσει πολλά, ενώ σήμερα δεν μπορεί να αποσπάσει τίποτε. Κι αν θέλουμε να δείξουμε «ευελιξία», η κατάλληλη στιγμή θα είναι τότε, όχι τώρα.
Το πρόβλημα που μπορούν να καταλάβουν όλοι οι άλλοι, αφορά τη διεθνή σταθερότητα: Ότι έχουμε δίπλα μας μια χώρα που για να παραμείνει ενωμένη η ίδια είναι υποχρεωμένη να κανοναρχεί ένα επιθετικό σωβινισμό, είναι αναγκασμένη να προσχωρεί σε ένα απροκάλυπτο "αλυτρωτισμό". Κι ο σωβινισμός είναι επικίνδυνος, ανεξαρτήτως μεγέθους εκείνου που τον διακηρύσσει, διότι είναι «μεταδοτικός». Όπως κι ο ψευδο-αλυτρωτισμός είναι επικίνδυνος, διότι λειτουργεί αποσταθεροποιητικά.
* Το όνομα της Μακεδονίας είναι παράγωγο αυτού του γενικότερου προβλήματος. Δεν μπορούμε να το δεχθούμε, διότι απλούστατα δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν ψευδο-αλυτρωτισμό που στρέφεται εναντίον μας. Κι ακόμα δεν μπορούμε να απεμπολήσουμε το δικό μας δικαίωμα στην εθνική μας κληρονομιά. Διότι αν το κάνουμε σήμερα, αύριο δεν θα μπορεί η Ελληνική Μακεδονία να χρησιμοποιεί τον όρο αυτό για να αυτό-προσδιοριστεί.
* Το πρόβλημα του ονόματος θα λυθεί μόνο όταν μετεξελιχθεί η ίδια η FYROM σε Ομοσπονδία για να μη διαμελιστεί, ή αρνηθεί να μετεξελιχθεί και αναπόφευκτα διαμελιστεί. Ως τότε καμία λύση δεν είναι εφικτή. Κι αν επιχειρηθεί, θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, δεν θα λύσει κανένα από τα ήδη υπάρχοντα.

Δεν χρειάζεται να αγωνιούμε, λοιπόν, για το πώς θα ονομάζεται αύριο, ένα κράτος που δεν ξέρει το ίδιο αν και πώς θα υπάρχει. Δεν χρειάζεται να βιαζόμαστε «να κλείσουμε, όπως-όπως», ένα πρόβλημα που ήδη το λύνει η ζωή με τη διάλυση ή τη μετεξέλιξη των Σκοπίων σε Ομοσπονδία. Και δεν χρειάζεται να κάνουμε αβάστακτες υποχωρήσεις σήμερα, όταν η άλλη πλευρά δεν μπορεί να διαπραγματευθεί τίποτε, ενώ αύριο θα αναγκαστεί να διαπραγματευθεί τα πάντα.

Χ.Λ.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (13)


Η βουλγαρική Κατοχή 
της Μακεδονίας
Οι επιδιώξεις των Βουλγάρων 

Της Κατερίνας Τσέκου

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Εβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Αξονα (εκτός από 3/4 του νομού Εβρου, έπειτα από σχετική αξίωση της Τουρκίας). Εκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Ασπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα - Πλόβντιφ - Μπελομόρε) της βουλγαρικής επικράτειας. 

Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξένη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προπαγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν οριστικά. Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλγαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πληθυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελληνισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογούσε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Ασπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απογράφηκαν 649.419 κάτοικοι. Και συγκεκριμένα κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρκοι, 514.426 Ελληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.). 

Η νέα βουλγαρική κατοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους Βαλκανικούς, 1912 - 1913, κι η δεύτερη στον Α΄ Παγκόσμιο, το 1916 - 1919), καθώς ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Ελληνες, κατά τους Βουλγάρους) βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό επεκτατισμό, ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και αποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδικήσει «αποκατάστασιν της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας». 

Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ΄, με την «πρόθυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυσμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο-απελευθερωμένα» εδάφη. 

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προσάρτησή τους, με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων αδελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την περιφέρεια Ασπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας - Ξάνθης - Καβάλας - Ροδόπης και Εβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλαδή εκτός των 3/4 του νομού Εβρου). 

Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και περιουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νεοαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελετημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμφάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με όψη και χαρακτήρα βουλγαρικό. 

Η εξέγερση της Δράμας και η σφαγή στο Δοξάτο 

Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της. Φαίνεται πως η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ Δράμας εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση: Παρασύρθηκε, υπολογίζοντας σε γρήγορη νίκη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη λαχτάρα για αντίδραση στην καταπίεση. Έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέγερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικείμενη προσχώρηση του βουλγαρικού στρατού κατοχής σ' αυτήν (ενδεχομένως υποβολιμαίες από την Ασφάλεια των βουλγαρικών Αρχών κατοχής - Οχράνα. Δηλαδή δεν αποκλείεται βουλγαρική «προβοκάτσια» με σκοπό την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου). 

Η εξέγερση, όμως, ήταν πρόωρη και η έλλειψη στρατιωτικών στελεχών και κατάλληλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν άφηναν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία. 

Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις (3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο μόνο), ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες... Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συνεχίσθηκε μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1941. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατάφεραν την εξόντωση των ενόπλων ανταρτικών ομάδων και τη σύλληψη και εκτέλεση ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ενώ, και μέχρι τα μέσα του 1942, οι ελάχιστοι διασωθέντες αντάρτες επιχειρούσαν να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη. 

Τα «γεγονότα της Δράμας» συγκλόνισαν όλο τον υπόδουλο ελληνικό λαό. Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη οι συνέπειες ήταν καθοριστικές για το μέλλον: επικράτησε σύγχυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, εξαιρετικά δύσκολη ήταν πια η ανάπτυξη αξιόλογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε διστακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και καχυποψία και εχθρότητα κάποτε προς το ΚΚΕ, στο οποίο χρεώνονταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να ευνοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, αντιστασιακών ομάδων. 

Συμπερασματικά, στη διάρκεια της κατοχής 1941 - 1944, η Βουλγαρία, σε πλήρη αντίφαση με την επίσημη ρητορική της «...περί τηρήσεως απολύτου ισότητος και δικαιοσύνης έναντι του πληθυσμού...», μέσω της αποδυνάμωσης, της απομάκρυνσης, της εξόντωσης, της «βουλγαροποίησης» του πληθυσμού και της τελικής αλλοίωσης της εθνολογικής του σύνθεσης προετοίμαζε την επιθυμητή οριστική προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Για να εκπληρώσει επιτέλους, με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και να επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου. 

Οι προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού 

Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 - 1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξόντωσής του: 

- Κατάλυση του ελληνικού κράτους σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία...). 

- Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονομικής ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός συνεταιρισμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων...). 

- Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις απελάσεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες τους (ομηρία, «τάγματα εργασίας»). 

- «Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου, με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυτότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής εθνικότητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσσας σε όλες τις εκδηλώσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά. 

- Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορολογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. 

- Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτισμό. 

- Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλήνων κατοίκων του. 

- Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους. 

- Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζόμενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο. 

- Εμφάνιση μορφωτικού - καλλιτεχνικού - «εκπολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλγαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσσας, ηθών και εθίμων).

* Η κ. Κατερίνα Τσέκου είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Φάκελος: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (12)


Για το ζήτημα 
της ονομασίας των Σκοπίων


Ένα κατατοπιστικότατο άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουλίου 2016 αλλά εξακολουθεί να είναι επίκαιρο.


Η προ μηνών αναφορά, του Αναπληρωτή Υπουργού αρμόδιου για θέματα Μεταναστευτικής Πολιτικής κ. Μουζάλα, των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία προκάλεσε αντιδράσεις και ποικίλα  σχόλια.[1] Χρησιμοποιώντας αυτή τη δήλωση ως αφορμή καταθέτουμε μερικές σκέψεις αναφορικά με το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας και τα διαχρονικά χαρακτηριστικά χειρισμού θεμάτων εξωτερικής πολιτικής από την ελλαδική πολιτεία.
Τοποθετήσεις σαν και αυτή του κ. Μουζάλα αλλά και κάθε κρατικού αξιωματούχου βλάπτει τη χώρα. Το πολιτικό προσωπικό αλλά, το σημαντικότερο, η κοινωνία, αποκαμωμένη από την οικονομική κρίση, εθίζεται στην ρητορική των γειτόνων βαυκαλιζόμενη ότι επιλέγουμε το δρόμο του συμβιβασμού και της σύνεσης και ότι αυτό θα εκτιμηθεί από τα Σκόπια και τους συμμάχους… 
Όταν δημόσιοι λειτουργοί  χρησιμοποιούν ή, χειρότερα σε άλλες περιπτώσεις, υποστηρίζουν, ότι  τα  Σκόπια θα έπρεπε να ονομάζονται Μακεδονία οι βόρειοι γείτονες δεν έχουν κίνητρο να εγκαταλείψουν τις ανιστόρητες θέσεις τους και ταυτόχρονα κερδίζουν αυτό που, πρωτίστως, επιθυμούν· την νομιμοποίηση των θέσεων αυτών από την Αθήνα.
Μάλιστα, θα μπορούσε, κάλλιστα, να υποστηριχθεί,  λόγω της επιμονής των Σκοπιανών να μην χρησιμοποιούν καν το  προσωρινό όνομα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), αλλά να εμμένουν στο συνταγματικό τους όνομα (Δημοκρατία της Μακεδονίας), οι Έλληνες αξιωματούχοι, οι διπλωματικές αντιπροσωπείες στο εξωτερικό αλλά και τα ελληνικά ΜΜΕ,  μπορούν να κάνουν λόγο για Σκόπια, ή Δημοκρατία των Σκοπίων.

Συχνά υποστηρίζεται από ορισμένους πολιτικούς και αναλυτές ότι η Αθήνα σπαταλά πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων! Σειρά επιχειρημάτων χρησιμοποιoύνται για να υποβαθμίσουν την ανάγκη αντίδρασης στη χρήση της λέξης Μακεδονία εκ μέρους των Σκοπιανών.
Το μεγαλύτερο μέρος των χωρών του ΟΗΕ, υποστηρίζεται, αναγνωρίζει τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα. Η αξία αυτού του γεγονότος, όμως, συνδέεται άμεσα με τις αντοχές των Αθηνών. Σημασία έχει τι κάνει η Ελλάς. Οι καταχραστές των Σκοπίων είναι ανασφαλείς. Επιζητούν  νομιμοποίηση της κλοπής, μια νομιμοποίηση που θα έρθει μόνο με την υπογραφή της ελληνικής κυβερνήσεως.
Η αναγνώριση από τρίτους δεν έχει αξία αυτή καθ’ εαυτή παρά μόνο στο βαθμό που ασκεί πίεση στην Αθήνα να συναινέσει στις ανιστόρητες αξιώσεις των Σκοπιανών. Όπως ακριβώς και στο Κυπριακό με την Άγκυρα αυτή τη φορά να επιζητεί τη δική μας υπογραφή για να νομιμοποιήσει την εισβολή και την κατοχή 42 ετών…

Η Αθήνα κρατά τη μοίρα στα χέρια της. Οι κραυγές περί δήθεν απομονωτισμού, μαζί με τη διάθεση της μεταπρατικής ελίτ της χώρας να κλείνουν(;) ένα–ένα τα εθνικά θέματα για να αφιερωθούμε απερίσπαστοι στο όνειρο της ευρωπαϊκής ευμάρειας (ποια ευμάρεια;), το μόνο που κάνουν είναι να υπονομεύουν τη θέληση για μακροχρόνιο αγώνα. Εξάλλου, δεν υπάρχει υποχρέωση μια χώρα να δεσμεύεται από τις εσωτερικές συνταγματικές διατάξεις μια άλλης χώρας. Αν αυτό συνέβαινε θα επέτρεπε στους πολίτες ή στο Κοινοβούλιο μιας χώρας να λαμβάνουν αποφάσεις για ζητήματα, τα οποία αφορούν τρίτα κράτη και να έχουν αξίωση από τα τελευταία να αποδεχθούν τις αποφάσεις αυτές. Η άποψη ότι πρέπει να σεβαστούμε το συνταγματικό τους όνομα υποκρύπτει την αξίωση ότι η βούληση των Σκοπιανών είναι πιο σημαντική, πιο ιερή, πιο ανώτερη από αυτή των Ελλήνων….

Τα Σκόπια είναι μικρό κράτος και δεν μπορούν να βλάψουν την Ελλάδα, έτερο επιχείρημα. Από μόνα τους σίγουρα όχι. Το 1940 η Ιταλία δεν εισέβαλλε στην Ελλάδα πραγματοποιώντας απόβαση στα Ιόνια Νησιά, αλλά χρησιμοποίησε το προτεκτοράτο της Αλβανίας. Η Αλβανία από μόνη της δεν μπορούσε να βλάψει την Ελλάδα. Ενεργούμενο, όμως, της Ρώμης έβλαψε την Ελλάδα όπως και το κράτος των Σκοπίων ενεργούμενο της Άγκυρας ή, ίσως, της Σόφιας μπορεί να επιφέρει ζημιά. Μια τουρκική στρατιωτική βάση, χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών, στα Σκόπια θα αποτελεί εστία ανησυχίας για τις Ελληνικές ΄Ενοπλες Δυνάμεις. 
Εναλλακτικά, αν, μακροπρόθεσμα, τα ερείσματα της Σόφιας ενισχυθούν στα Σκόπια, η Βουλγαρία θα αναλάβει την προώθηση του Μακεδονισμού εντασσόμενου στην διαχρονική βουλγαρική οπτική…

Διάλογος: Τρόπος επίλυσης ή αυτοσκοπός;
Η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, η φοβία στην άρθρωση των συμφερόντων της χώρας  αλλά κυρίως η άρνηση να καταβληθεί το κόστος υποστήριξης των συμφερόντων αυτών αναγκάζει την Αθήνα να προστρέχει στο καταφύγιο του διαλόγου όχι ως μέσο επίλυσης διαφορών  αλλά ως αυτοσκοπό ελπίζοντας πως η διαδικασία του διαλόγου, αυτή καθ’ αυτή, από μόνη της, αρκεί  ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα. Ο διάλογος προσεγγίζεται ως μια διαδικασία, εντελώς, ξεχωριστή και εναλλακτική από την ένταση και αντιπαλότητα  επιχειρημάτων. Αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, φιλική διάθεση, αλληλοκατανόηση, αλληλοσεβασμός και τα συναφή.
Ο διάλογος, όμως, είναι χρήσιμος  όταν υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης συνεργατικών σχέσεων πάνω στη βασική θεματική της  διαπραγμάτευσης. Όταν, αντίθετα, οι αξιώσεις των δύο μερών είναι αντιθετικές τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν. Όπως είχε επισημάνει ο ευπατρίδης διπλωμάτης Δημήτρης Δούντας η απόσταση μεταξύ, διαμετρικά, αντίθετων αξιώσεων «δεν είναι θέμα φόρμουλας αλλά αλλαγής στόχων».

Η πλευρά των Σκοπίων, από την πρώτη στιγμή έναρξης του διαλόγου υπήρξε ειλικρινής και ξεκάθαρη. Αδιαπραγμάτευτη βάση των γειτόνων αποτελεί η έννοια του «μακεδονικού έθνους», της «μακεδονικής γλώσσας», του «μακεδονικού πολιτισμού». Φυσικό επακόλουθο είναι η εμμονή τους στο συνταγματικό όνομα, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Χαρακτηριστικό επί τούτου αποτελεί η μαρτυρία του πρέσβη ε.τ. Χρήστου Ζαχαράκη πως επί κυβερνήσεως Κ. Σημίτη η Ελλάς είχε αποδεχθεί την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας – Σκόπια».[2] Η πλευρά των Σκοπίων, όμως, απέρριψε την πρόταση. Ποιο συμπέρασμα όφειλε να εξαγάγει η Αθήνα όταν τα Σκόπια απέρριψαν μια πρόταση, η οποία τους έδινε το 90% αυτών που ζητούσαν; Τι καταμαρτυρά  αυτό το γεγονός για τις αξιώσεις και τις στοχεύσεις της άλλης πλευράς και για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη διαδικασία του διαλόγου;

Η επιλογή του διαλόγου και γενικότερα ειρηνικών μέσων για την επίλυση διακρατικών διαφορών είναι θεμιτή και κατανοητή. Επιβάλλεται, άλλωστε, από τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 2 παρ.3) όντας συμπληρωματική της καταδίκης της χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας ( άρθρο 2 παρ. 4). H Ελλάς, ως χώρα ομοεθνείς της οποίας υπήρξαν θύματα της γενοκτονικής πολιτικής των Τούρκων, θύματα συστηματικών διακρίσεων -μέχρι αυτή τη στιγμή- στη γειτονική Αλβανία, και θύματα εισβολής και κατοχής στην Κύπρο το 1974 πρέπει να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του ΟΗΕ και να πράττει ανάλογα. 
Δυστυχώς όμως δεν γίνεται συνειδητή χρήση του διαλόγου ως ενός μέσου έχοντας επίγνωση των αδυναμιών και των ορίων του, αλλά επιλέγεται ενστικτωδώς, με μηχανικό τρόπο νιώθοντας μια υπαρξιακή ανάγκη να λάβουμε συμμαχικά εύσημα για την επίδειξη θέλησης και την προσκόλληση μας στο διεθνές δίκαιο. 

Απαιτούνται εναλλακτικές πολιτικές σε περίπτωση κατά την οποία η απαρασάλευτη πίστη μας στο διάλογο δεν δικαιωθεί. Απουσία εναλλακτικών μορφών δράσης φέρνει την διαχρονικά, ευεπίφορη σε υποχωρήσεις ελλαδική ηγεσία στο να επιλέξει μεταξύ μια προσφερόμενης κακής λύσης και του «φάσματος της απομόνωσης» από τυχόν άρνηση. Η κατάληξη γνωστή· «Και τι να κάναμε; Δεν είχαμε άλλη επιλογή». Παγιδευμένη στην φονταμενταλιστική πίστη στις θαυματουργές ιδιότητες του διαλόγου φυσικό είναι να μην φροντίζει η Αθήνα να υπάρχουν άλλες επιλογές…
Έχουνε περάσει πάνω από δύο δεκαετίες διαλόγου με τα Σκόπια. Ποιο το αποτέλεσμα; Επίσης, υπάρχουν απτές, μη επιδεχόμενες άλλων ερμηνειών, αποδείξεις για αλλαγή της συμπεριφοράς των γειτόνων; Ποια γεγονότα έλαβαν χώρα ώστε να συντηρείται ελπίδα έστω και ενός μέτριου συμβιβασμού;

Προοπτική επίλυσης;
Η δυσάρεστη αλήθεια είναι πως το όνομα της Μακεδονίας έχει, εν μέρει, απεμποληθεί με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Πολίτες τρίτων χωρών στο εξωτερικό για λόγους ελλιπούς  ιστορικής γνώσεως ή ευκολίας  χρησιμοποιούν μόνο τη λέξη Μακεδονία. Ταυτόχρονα, αναφορικά με τον προσδιορισμό καταγωγής και γλώσσας  δεν μπορούν να χρησιμοποιούν κάτι διαφορετικό από «macedonian». Ποια η εναλλακτική; Formeryugoslavomacedonian; Και αυτό το γνώριζαν τόσο οι Έλληνες όσο και οι Σκοπιανοί και ο διεθνής παράγοντας τη στιγμή της υπογραφής της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Τυπική ελλαδική προσέγγιση εθνικών ζητημάτων. Δεν υποχωρούμε ατάκτως αλλά τόσο ώστε να υπονομευθεί  – αν χρειαστεί –  αλλαγή πολιτικής στο μέλλον ή ώστε να φαίνεται περαιτέρω υποχώρηση φυσιολογική ή ως το επιπλέον αναγκαίο βήμα για την «επίλυση» του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της φράσης Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για πάνω από είκοσι χρόνια, με παράλληλη επικράτηση διεθνώς μόνο της λέξης Macedonia, καθιστά πιο εύκολη μια περαιτέρω υποχώρηση.
Φυσικά, λόγω της συμπεριφοράς των Σκοπιανών τις τελευταίες δύο δεκαετίες – μεταξύ άλλων, απεικόνιση σε σχολικά εγχειρίδια ελληνικών εδαφών στην επικράτεια του σκοπιανού κράτους, χρήση του Ήλιου της Βεργίνας, ονομασία του διεθνούς αεροδρομίου των Σκοπίων σε “Μέγας Αλέξανδρος”, ανέγερση αγάλματος του Φιλίππου Β΄ στην πόλη των Σκοπίων – η Ελλάς διατηρεί το δικαίωμα της αποχώρησης από την Ενδιάμεση Συμφωνία ώστε να μην δεσμεύεται και από αυτό ακόμα το προσωρινό όνομα. Τούτο, ρητώς, διαλαμβάνεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 όπου ορίζεται πως κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αποσυρθεί δώδεκα μήνες μετά από γραπτή ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αν υποτεθεί ότι θα υπήρχε μια ελληνική κυβέρνηση η οποία θα ήθελε να αλλάξει το υφιστάμενο πλαίσιο λύσης…
Χαρακτηριστική της σκοπιανής αναξιοπιστίας και αφερεγγυότητας όσον αφορά την τήρηση  διακρατικών συμφωνιών και της φανατικής εμμονής να επιβάλλουν το συνταγματικό όνομα, αποτέλεσε η αναφορά στο κλείσιμο της ομιλίας του τότε προέδρου των Σκοπίων Μπράνκο Τσερβένκοφσκι το 2007, στο πλαίσιο της 62ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ότι « … το όνομα της χώρας μου είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας » [ «…the name of my country is Republic of Macedonia and will be Republic of Macedonia] καθώς επίσης και η αναφορά του σκοπιανού προέδρου της 62ης Συνόδου  Srgjan Kerim σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από το βήμα του προεδρείου[3]. Υπενθυμίζεται ότι το Ψήφισμα 817 της 7ης Απριλίου 1993  της Γενικής  Συνέλευσης του ΟΗΕ διελάμβανε πως τα Σκόπια, θα καλούνται, για τις ανάγκες του ΟΗΕ ως ΠΓΔΜ.[4] Το εν λόγω ψήφισμα μνημονεύεται στο άρθρο 11.2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας όπου ορίζεται πως η Ελλάς έχει το δικαίωμα να αντισταθεί στην είσοδο των Σκοπίων σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο είναι η ίδια μέλος, αν τα Σκόπια καλούνται διαφορετικά από ότι προνοεί το ψήφισμα 817, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Με λίγα λόγια, εντός της  Γενικής  Συνέλευσης του ΟΗΕ τόσο ο  πρόεδρος των Σκοπίων όσο και αυτός ο σκοπιανής καταγωγής, πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης έριξαν στον κάλαθο των αχρήστων το ψήφισμα της ίδιας της Γενικής Συνέλευσης με το όποιο έγιναν δεκτά τα Σκόπια ως μέλος του ΟΗΕ ενώ την ίδια στιγμή η Αθήνα, ευλαβικά, συνεχίζει να κάνει χρήση του ονόματος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, μην τυχόν και στερηθεί τα εύσημα από τους συμμάχους για τη δημιουργία εποικοδομητικού κλίματος…

Καταληκτικά Σχόλια
Το ζήτημα ονομασίας του γειτονικού κράτους είναι από τη φύση του ανεπίδεκτο αμοιβαίας αποδεκτής λύσης. Οι Σλάβοι κάτοικοι των Σκοπίων επέλεξαν να ονομάζονται Μακεδόνες. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα δεν μπορεί, επίσημα και αμετάκλητα, να αναγνωρίσει την παραχώρηση ιστορικών τίτλων πολιτιστικής κληρονομιάς χιλιάδων ετών. Ούτε μπορεί και πρέπει να αποδεχθεί ότι το δικαίωμα των Σκοπιανών να αυτοπροσδιοριστούν δικαιολογεί την αλλοίωση και υφαρπαγή ελληνικής ιστορίας. Τα σημερινά Σκόπια, μερικώς, μόνο, αντιστοιχούν στην γεωγραφική περιοχή Μακεδονία, όπως αυτή εξελίχθηκε, ιστορικά, από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας άλλαζαν από τον εκάστοτε κύριο της περιοχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι σημερινοί κάτοικοι ενός τμήματος μιας ιστορικής και γεωγραφικά μεταβαλλόμενης περιοχής απαιτούν να μονοπωλήσουν, σε διεθνές, κρατικό επίπεδο το όνομα Μακεδονία εις βάρος όχι μόνον όσων θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα Μακεδονία λόγω των, διαχρονικά, ευμετάβλητων γεωγραφικών ορίων της περιοχής, αλλά, κυρίως εις βάρος αυτών οι οποίοι γέννησαν το όνομα Μακεδονία και προσέδωσαν την ιστορικής του αξία.
Παράλληλα, είναι αλήθεια ότι η Αθήνα δεν μπορεί να επιβάλει στους Σλάβους κατοίκους των Σκοπίων ποια λέξη θα χρησιμοποιούν μέσα στα σπίτια τους και στις μεταξύ τους σχέσεις αν και επαναλαμβάνεται πως εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το ζήτημα δεν αφορά, όμως, απλά, το όνομα αλλά την εμμονή των Σκοπιανών σε «μακεδονικό έθνος», «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονικό πολιτισμό». Αυτά τα τελευταία προσδιορίζουν το όνομα.

Η Αθήνα δεν πρέπει να αποδεχθεί, ποτέ, τη λέξη Μακεδονία για τον προσδιορισμό της γειτονικής χώρας. Η λεγόμενη σύνθετη ονομασία αποτελεί προκάλυμμα για την επιβολή της λέξης Μακεδονία.

Η Αθήνα πρέπει να καταγγείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία και παράλληλα να ενημερώσει, με συστηματικό και συγκροτημένο τρόπο, τους λόγους για τους οποίους προβαίνει σε αυτή την κίνηση. Παράλληλα, επειδή λόγω μιας τέτοιας κίνησης θα επικρατήσει αναστάτωση και ανησυχία, να δώσει εγγυήσεις σε Σκόπια και τρίτα κράτη ότι δεν έχει κανενός είδους βλέψεις στα Σκόπια και να συνομολογήσει άμεσα, μόνιμες συμφωνίες, με την γειτονική χώρα, οι οποίες να ρυθμίζουν πρακτικά ζητήματα (διαβατήρια, εμπορεύματα κ.ο.κ.).  Απέναντι στην ΕΕ και σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος και τα Σκόπια όχι, η Αθήνα να διαμηνύσει ότι είναι αντίθετη στην είσοδο της χώρας αυτής καθ’όσον κάνει χρήση της λέξης Μακεδονία. Να πραγματοποιηθεί άσκηση veto  όπου υπάρχει η δυνατότητα (ΕΕ). Ταυτόχρονα, σε σχέση με την ΕΕ δεν θα πρέπει να υπάρξει παρεμπόδιση της Ελλάδος σε αποστολή χρηματικών κονδυλίων στη γειτονική χώρα. Πρέπει να αποφευχθεί η εικόνα ότι η Αθήνα θέλει να «πνίξει» οικονομικά τα Σκόπια. Προτιμότερο θα ήταν να πείσει τους ΄Ελληνες επενδυτές να μεταφέρουν στην Ελλάδα τις επιχειρήσεις τους και να σταματήσουν οι περήφανοι Μακεδόνες της Β. Ελλάδος να καταθέτουν τον οβολό τους στα καζίνο της γειτονικής χώρας…
Το όνομα το οποίο θα χρησιμοποιεί η Αθήνα για να υποδηλώσει τα Σκόπια, άνευ της λέξης Μακεδονία, στα διεθνή fora ή σε τρίτα κράτη μπορεί να είναι σκέτη η λέξη Σκόπια. Οποιαδήποτε άλλη λέξη, όση ιστορική και γεωγραφική βάση να διαθέτει, θα περιπλέξει την κατάσταση υπέρμετρα. Κόστος, πέραν από τις συνήθεις και φοβικές κατηγορίες ημέτερων περί απομόνωσης, δεν πρόκειται να υπάρξει. Οι χώρες, οι οποίες έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, θα συνεχίσουν να το κάνουν. Εναπόκειται στην Αθήνα να πείσει τις υπόλοιπες. Στόχος δύσκολος λόγω του εθισμού της διεθνούς κοινής γνώμης στη χρήση της λέξης Μακεδονία (κληρονομιά της Ενδιάμεσης Συμφωνίας) πάνω από είκοσι χρόνια. Αναγκαίες ενέργειες η συστηματική παρακολούθηση και αντίκρουση της σκοπιανής προπαγάνδας, αδιάλειπτη παρουσία σε διεθνή συνέδρια, χρηματοδότηση ιστορικών βιβλίων σε ολοένα και περισσότερες γλώσσες. Η εικόνα της μικρής και ανυπεράσπιστης χώρας που καλλιεργούν τα Σκόπια πρέπει να αλλάξει και να αποτυπωθεί η ιστορική πραγματικότητα, η φανατική αδιαλλαξία και η κωμική προσπάθεια καπήλευσης ιστορικής κληρονομιάς άλλου λαού.[5]
Τέλος, και, ίσως, το πιο σημαντικό από όλα δεν θα πρέπει να επιτραπούν, από την κυβέρνηση και την πολιτεία γενικότερα, οι εξάρσεις και η καλλιέργεια μίσους για την γειτονική χώρα. Ούτε, επίσης, να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια υποθετική απόφαση ως αντιπερισπασμός στην παρούσα οικονομική κρίση. Πρέπει να αποτελεί συνειδητή απόφαση αποδεχόμενη το  κόστος και τις δυσκολίες που αυτές συνεπάγεται. Όχι μίσος λοιπόν. Οι συνθήκες και περιστάσεις οι οποίες δημιούργησαν το σημερινό πρόβλημα πάνε πολλές δεκαετίες πίσω, αιώνες μάλλον. Είναι μια από αυτές τις κληρονομιές της Ιστορίας με τις οποίες οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι. Όχι μίσος, ούτε φανατισμός. Ηρεμία, συγκροτημένη δράση. Εθνική αυτοπεποίθηση. Σπανίως, ζητήματα ταυτότητας επιλύονται με διακρατικές συμφωνίες σαν και αυτή στην οποία προσπαθούμε να φτάσουμε με τα Σκόπια πάνω από δύο δεκαετίες. Ο ανθρώπινες κοινωνίες και η ιστορία έχουν τη δική τους λογική…

Ο Ιωάννης Σ. Λάμπρου είναι Πολιτικός Επιστήμων-Διεθνολόγος. Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία ( τεύχος Ιουνίου 2016) και στο ΙΝΣΠΟΛ. 

[2] Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, είχαν διαφανεί προοπτικές για επίλυση του ζητήματος στη βάση της ονομασίας  Gornamakedonia = Ανωμακεδονία. Η λύση θα συμπληρωνόταν από οικονομική βοήθεια και εγγυήσεις για την ασφάλεια των Σκοπίων από πλευράς Αθηνών, αλλά η εθνοτική σύγκρουση Σλάβων-Αλβανών ματαίωσε τις όποιες προοπτικές υπήρχαν.
[5] Βλέπε σχετικά το Σχέδιο Σκόπια 2014,