Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Λαθρομετανάστες και Ισλάμ - Μια συγκλονιστική μαρτυρία (μέρος 3ο)

Rebecca Sommer: 

SOS, σταματήστε την αποδοχή προσφύγων αμέσως! 

Μέρος 3ο -τελευταίο

Δημοσιογράφος: Όπως έχω ακούσει, η κατάσταση στα γερμανικά σχολεία είναι ιδιαίτερα δραματική. Τι μπορείς εσύ προσωπικά να μας πεις για αυτό;

Rebecca Sommer: Οι νεότερες έρευνες έχουν δείξει, όπου εξετάστηκαν παιδιά τετάρτης τάξης Δημοτικού με γονείς που έχουν προσφυγικό υπόβαθρο ή γονείς ξένης εθνικότητας. 50% των παιδιών αυτών, έχουν πολύ χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, το οποίο συγκρίνεται με το μορφωτικό επίπεδο μιας αναδυόμενης τριτοκοσμικής χώρας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως έχουμε με τα παιδιά από μουσουλμανικές οικογένειες, οι οποίες είναι και η μεγαλύτερη ομάδα των παιδιών με ξένη καταγωγή. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, πρόκειται για έναν πολιτισμό, ο οποίος υποστηρίζει την επιβολή του δυνατότερου και για αυτό το λόγο συγκεκριμένα έχουμε και το μεγάλο πρόβλημα της επιθετικότητας των μαθητών αυτών στα σχολεία μας. Αλλιώς από ότι διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά μας στις γερμανικές οικογένειες, διαπαιδαγωγούνται αυτά τα παιδιά με φυσική βία, και η φυσική βία εφαρμόζεται από τον πατέρα ή από τα μεγαλύτερα αδέρφια και ανήκει όπως βλέπω και ακούω στην καθημερινότητά τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να είναι πάρα πολύ επιθετικά- και να λύνουν τα προβλήματά τους αποκλειστικά με τον τρόπο αυτό δηλαδή της βίας. Και επίσης λειτουργεί σε αυτά τα άτομα η ψυχολογία της αγέλης. Παιδιά, τα οποία διαπαιδαγωγήθηκαν διαφορετικά με άλλο πολιτισμικό υπόβαθρο, τα οποία έχουν μάθει να λύνουν τα προβλήματά τους συζητώντας και έχουν μάθει να σέβονται και να αποδέχονται την διαφορετική άποψη του συνομιλητή τους από τα γεννοφάσκια τους, συγκαταλέγονται στους χαμένους της υπόθεσης. Αυτά τα παιδιά συζητούν, και στα μάτια των μουσουλμάνων παιδιών, αυτή η συμπεριφορά διακρίνει τους αδύναμους και διακρίνει και χαρακτηρίζει τον συνομιλητή τους ως πιθανό θύμα.

Εκτός αυτού δρουν αυτά τα παιδιά ως ομάδα, αν έχεις μία αντιπαράθεση με έναν εξ αυτών, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις όλη την ομάδα εναντίων σου, στην οποία συγκαταλέγονται πολυάριθμα μέλη, επειδή ακριβώς αντιλαμβάνονται αυτή την πράξη ως «μουσουλμάνοι εναντίων τον υπόλοιπο κόσμο». Αυτή την συμπεριφορά παρατηρώ και στα παιδιά των Ρωμά. Συμβαίνουν και συνέβαιναν σοβαροί τραυματισμοί σε εμπλοκές και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές παρατηρούν αποσβολωμένοι διότι δεν τους δίνει ο νόμος την δυνατότητα να αντιδράσουν δυναμικά και αποτελεσματικά. Τα ειδικά σχολεία για παιδιά με αντικοινωνική συμπεριφορά έχουν ήδη εξαντλήσει την χωρητικότητά τους, και υπάρχει έλλειψη σε κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό που γνωρίζουν το μουσουλμανικό και πολιτισμικό υπόβαθρο αυτών των μαθητών, για να αντιδράσουν και να επιδράσουν αποτελεσματικά για την λύση τέτοιων αντιπαραθέσεων. Το επιπρόσθετο πρόβλημα αυτό το παρακολουθώ, όπου παρατηρείται μία αναδυόμενη βιομηχανία εκπαίδευσης τέτοιου εκπαιδευτικού προσωπικού προσφύγων, όπου πρόσφυγες, οι οποίοι ήταν ήδη καθηγητές στην πατρίδα τους, εκπαιδεύονται με γρήγορες διαδικασίες σε εκπαιδευτικούς για να αξιοποιηθούν στα γερμανικά σχολεία.

Και εδώ όμως βλέπω περισσότερα προβλήματα. Αφενός φορούν πολλές γυναίκες την ισλαμική μαντήλα, γεγονός το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με την ουδετερότητα που πρέπει να πρεσβεύει ένας εκπαιδευτικός και αποτελεί ένα κακό πρότυπο για τα παιδιά αυτά. Αφετέρου δεν ομιλούν μετά από ενάμιση ή δύο χρόνια άπταιστα Γερμανικά, γεγονός που υποκρύπτει τον κίνδυνο, ότι οι μαθητές δεν θα μάθουν την Γερμανική ως θα όφειλαν και ότι και στο μέλλον ή σε δέκα χρόνια θα ομιλούν σε ένα ακόμα αρκετά χαμηλό επίπεδο Γερμανικά, και ήδη τεκμηριώνεται αυτή η υπόθεση με απτά παραδείγματα. Τρίτον, αυτοί οι αναδυόμενοι εκπαιδευτικοί δεν έχουν την αντίστοιχη επαγγελματική εκπαίδευση όπως οι καθηγητές που εκπαιδεύτηκαν στην Γερμανία. Και τέταρτον, και για εμένα το πιο ανησυχητικό όλων είναι: ότι πολλοί εξ αυτών είναι αυστηρά θρησκευόμενοι και δεν πιστεύουν στην θεωρία της εξέλιξης ή στην επιστήμη, αλλά μόνο στο ότι γράφει το Κοράνι. Μερικές καθηγήτριες ούτε που απλώνουν το χέρι για να χαιρετήσουν έναν άνδρα. Δεν θέλω τέτοιους καθηγητές στο κράτος μου, όπου εκπαιδεύεται και μεγαλώνει το μέλλον του τόπου μου. Και επίσης δεν θέλω δασκάλα ή καθηγήτρια με μουσουλμανική μαντίλα, η οποία αποτελεί πρότυπο μίμησης για την νεολαία μας. Η ισλαμική μαντίλα συμβολίζει την θετική προσέγγιση στον διαχωρισμό των φύλων, διότι αυτό ακριβώς είναι το σιωπηρό και πειστικό περιεχόμενο του μηνύματος ενός ατόμου που φοράει την μαντίλα. Η μαντίλα δηλώνει μάλιστα: Υποτάσσομαι στον άνδρα. Είναι θρησκευτική ομολογία, ένα θρησκευτικοιδεολογικό σύμβολο, το οποίο διαχωρίζει τον κόσμο σε χαλάλ δηλαδή ευλογημένο και χαράμ δηλαδή θρησκευτικώς παράνομο. Το μήνυμα είναι: Ότι το τριχωτό της κεφαλής μιας γυναίκας εξομοιώνεται με το τριχωτό της ήβης των γεννητικών μας οργάνων, το οποίο πρέπει να καλυφθεί. Γιατί για το Θεό θα θέλαμε κάτι τέτοιο στα σχολεία μας;

 

Δημοσιογράφος: Ποιο είναι κατά τη γνώμη σου το μεγαλύτερο λάθος στην πολιτική που σχετίζεται με τους πρόσφυγες;

Rebecca Sommer: Πρώτον, ότι η πολιτική μας αντιμετωπίζει κάθε πρόσφυγα ως μετανάστη, δηλαδή όχι ως κάποιον που επιζητά την προστασία για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και στο τέλος επιστρέφει στον τόπο του. Τότε να είμαστε παρακαλώ και ειλικρινείς, και να τους ονομάζουμε μετανάστες και όχι πρόσφυγες, όπως ήδη το εφαρμόζει η Πολωνία. Επίσης να δημιουργηθούν αντίστοιχοι νόμοι, ώστε ο κόσμος να μην χρειάζεται να ψεύδονται κατά την διάρκεια αίτησης ασύλου τους. Καθώς και να δημιουργηθούν νόμοι μετανάστευσης, με την βοήθεια των οποίων, μπορούμε να δεχθούμε μόνο αυτούς που μπορούμε να αξιοποιήσουμε, και αυτούς που δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε να μπορούμε να τους αρνηθούμε την είσοδο στη χώρα μας. Οι αξιοποιήσιμοι θα είναι εις θέση να εργαστούν και δεν θα εξαρτώνται έτσι μονίμως από την πρόνοια του κράτους μας.

Επίσης υπάρχουν κενά στη διαδικασία αίτησης ασύλου. Οι νόμοι μας δηλώνουν, ότι όλοι έχουν δικαίωμα για άσυλο, μέχρι να ελεγχθεί, να δεχθεί αποδοχής ή απόρριψης αυτή η αίτηση. Ένας τέτοιος έλεγχος όμως διαρκεί πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και έτσι πολλοί παίρνουν μία προσωρινή άδεια παραμονής. Σύμφωνα με τον ορισμό της γερμανικής άδειας παραμονής είναι λοιπόν «μια προσωρινή αναστολή της απέλασης» αλλοδαπών, οι οποίοι όμως υποχρεούνται να εγκαταλείψουν την χώρα μετά την απόρριψη της αίτησής τους. Αυτό όμως δεν είναι μόνιμη άδεια παραμονής και δεν δικαιολογεί την νόμιμη και μόνιμη τους διαμονή στην χώρα αυτή. Οι αλλοδαποί εξακολουθούν να πρέπει να εγκαταλείψουν την χώρα, αν ανασταλεί η προσωρινή άδεια παραμονής. Οι αιτούντες άσυλο καταθέτουν μία έφεση μετά την άλλη, και όταν έρχεται τελικά η άρνηση στην αίτησή τους για άδεια παραμονής σε αυτή την χώρα, περιέρχονται πάλι χρόνια με τις νομικές διαδικασίες που απαιτούνται και την γραφειοκρατία που απαιτείται. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί ένα τέτοιο άτομο, μία οικογένεια να παραμείνει για ένα πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γερμανία, έως ότου τελικά μετά από μερικά χρόνια συνήθως παίρνει ένας πρόσφυγας όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις την πολυπόθητη μόνιμη άδεια παραμονής.

Άτομα, τα οποία ήδη έχουν απορριφτεί και απελάθηκαν οικειοθελώς, επανέρχονται μετά από τρεις μήνες με τα ίδια δικαιολογητικά και με το ίδιο όνομα και υποβάλλουν εκ νέου αίτημα για άσυλο και έτσι στερούν από αυτούς που έχουν πραγματικά ανάγκη από άσυλο την δυνατότητα να εξεταστεί το αίτημά τους. Αν το άτομο αυτό εγκαταλείπει οικειοθελώς την Γερμανία, έχει το δικαίωμα να επανέλθει μετά από τρεις μήνες στη χώρα αυτή. Εκτός αυτού έχουν όλοι το δικαίωμα για άσυλο, ακόμα και αν προέρχονται από χώρα που δεν μαστίζεται από πόλεμο και θεωρείται ασφαλής. Και από αυτά τα κράτη έρχονται μεγάλες μάζες μεταναστών και αιτούνται για τους πιο αξιοπερίεργους λόγους για άσυλο στην χώρα μας. Όπως για παράδειγμα «ο γείτονάς μου θρέφει θυμό για το άτομό μου, γιατί τράκαρα το αυτοκίνητό του και δεν έχω χρήματα να το επισκευάσω». Τότε κινητοποιούνται τα γρανάζια της γραφειοκρατίας, γεγονός που μπορεί να διαρκέσει μήνες ή ακόμα και χρόνια. Τις περισσότερες φορές καλούνται να εγκαταλείψουν την χώρα- σε αυτή τη περίπτωση νοσεί ξαφνικά ένας συγγενείς στην οικογένειά τους. Συχνά πρόκειται για νόσους ψυχολογικής φύσεως- όπως ένας νευρικός κλονισμός λόγου χάρη, για να ανασταλεί εξ αιτίας της ασθένειας η προβλεπόμενη απέλαση του ιδίου και της οικογένειας συνολικά μέχρι νεοτέρας.

Τέτοια παιχνίδια με τους δημόσιους φορείς μπορούν να διαρκέσουν περισσότερα χρόνια- κάποια στιγμή εγκαταλείπουν αυτά τα άτομα την Γερμανία, για να επανέλθουν δριμύτεροι τρεις μήνες αργότερα. Όπως έχω διαπιστώσει, βρίσκονται υπό την κατοχή των μεταναστών συχνά διαμερίσματα ή σπίτια στις χώρες καταγωγής τους, και δεν υπάρχει επομένως κανένας λόγος, για τον οποίο πρέπει να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Είναι πρωτίστως οικονομικοί μετανάστες, οι οποίοι λόγω της φτώχειας εγκαταλείπουν την χώρα τους, που είναι σαφώς ένας σοβαρός λόγος για να φύγεις από της πατρίδα σου, αν σκεφτείς ανθρώπινα, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τους διεθνείς λόγους με τους οποίους αιτείσαι δικαίως από κάποια χώρα άσυλο. Ζουν κατά την διάρκεια της αίτησης τους για άσυλο από την πρόνοια, αλλά ένα μέρος των προσφύγων εργάζεται επιπλέον και παράνομα ή μαύρα. Επανειλημμένως βλέπω μεγάλα φορτηγά να μεταφέρουν συγκεντρωμένα εμπορεύματα στην πατρίδα, όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η απέλαση και εγκαταλείπουν την χώρα οικειοθελώς για να μεταπωλήσουν τα εμπορεύματα αυτά στις χώρες καταγωγής τους. Έπειτα επανέρχονται πολυάριθμες οικογένειες για καταθέτουν εκ νέου μετά την παρέλευση των τριών μηνών τα χαρτιά τους για άσυλο. Με την ίδια αιτιολογία όπως προαναφέρθηκε, με το ίδιο διαβατήριο και το ίδιο όνομα. Εκεί, πιστεύω εγώ προσωπικά θα έπρεπε να τουλάχιστον μετά την δεύτερη αίτηση ασύλου να μην ξαναδέχονται τα ίδια άτομα στην χώρα μας και να σταματήσουν να διεκπεραιώνουν ξανά και ξανά τις διαδικασίες αίτησης ασύλου και να μας επιφορτίζουν με το αβάσταχτο κόστος, το οποίο συνδέεται με τις ατέρμονες αιτήσεις αυτές.

 

Δημοσιογράφος: Όπως έχω ακούσει συζητείται στα προσχέδια του νόμου να επιτρέψουν την επανένωση της οικογενείας στη Γερμανία. Τι γνώμη έχεις για αυτό;

Rebecca Sommer: Ένας δημόσιος υπάλληλος μου εκμυστηρεύτηκε, ότι τα επόμενα τρία χρόνια θα εισέλθουν αρκετά εκατομμύρια κόσμος στην Γερμανία, δηλαδή οι οικογένειες των προσφύγων που ζουν ήδη εδώ, αλλά και οι οικογένειες των καινούργιων αιτούντων για άσυλο. Γνωρίζουμε όλοι, ότι η ενσωμάτωση αποδείχθηκε ως ιδιαιτέρως προβληματική, αλλά μερικοί πολιτικοί μας ακολουθούν το σλόγκαν του «nobody is illegal δηλαδή κανένας πρόσφυγας δεν είναι παράνομος». Και μεταξύ των προσφύγων, τους οποίους επέβλεπα ή επιβλέπω καθώς τους έχω επιφορτιστεί, μπορώ να πω, ότι οι περιπτώσεις, οι οποίες θεωρούνται ως παράδειγμα πετυχημένης ενσωμάτωσης, μετριούνται στα δάκτυλα της μίας παλάμης. Με ενσωμάτωση σαφώς και δεν εννοώ την απώλεια της ταυτότητας του πρόσφυγα ή του πολιτισμού του, αλλά την αποδοχή του τρόπου ζωής εδώ στη Γερμανία, και γερμανικός τρόπο ζωής θεωρείται ο τρόπος, στον οποίο ανήκει μάλιστα να συγκαταλέγεις και πολλούς γερμανούς φίλους στο περιβάλλον σου, και όχι μόνο τους ένα ή δύο βοηθούς εθελοντές, οι οποίοι τυχαίνει να σε βοηθούν με τα γραφειοκρατικά διαδικαστικά.

Η πλειονότητα στο περιβάλλον μου περιβάλλεται μόνο με άτομα ιδίας καταγωγής δηλαδή με άλλους μουσουλμάνους και ζουν σε μία παράλληλη κοινωνία, όπου πρώτη θέση καταλαμβάνουν οι πολιτισμικές θρησκευτικές αξίες της πατρίδας τους, γεγονός που τους απομονώνει από την κοινωνία μας. Το γεγονός, ότι γίνονται όλο και περισσότεροι όσοι κατοικούν εδώ, συμβάλλει στην εξέλιξη, ότι δεν αισθάνονται την ανάγκη καθόλου να προσαρμοστούν, μάλιστα δημιουργείται και παγιοποιείται μια παράλληλη μουσουλμανική κοινωνία και ακριβώς εδώ εντοπίζω το πρόβλημα της επανένωσης των οικογενειών. Πιστεύω, ότι πρέπει να διαχωρίσεις εδώ, ποιος θέλει προστασία προσωρινή και δεν σκοπεύει να μείνει μόνιμα εδώ και ποιος θέλει να μεταναστεύσει μόνιμα, οπότε πρόκειται για κλασσική περίπτωση μετανάστη. Θα έπρεπε επομένως να εξακριβωθεί και να εξεταστεί αν υπάρχει πραγματικός λόγος για άσυλο. Εν ανάγκη με ελέγχους στα κινητά, στους λογαριασμούς των κοινωνικώς δικτύων όπως το facebook, στο twitter, αδιάφορα πως, αρκεί να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος αυτός. Διότι προκύπτει το ερώτημα, που ακριβώς βρίσκεται η υπαρκτή οικογένεια του πρόσφυγα;

Έχουμε αρκετές περιπτώσεις ανήλικων προσφύγων, όπου η οικογένεια διαβιώνει με ασφάλεια στον τόπο της, αλλά περιμένει, να ακολουθήσει το μέλος της οικογένειας το οποίο βρίσκεται στη Γερμανία. Γιατί να έρθει όλη η οικογένεια στη Γερμανία, από την στιγμή που θα μπορούσε ο ανήλικος να επιστρέψει στην εκτεταμένη οικογένειά του, η οποία ζει στον τόπο καταγωγής τους με ασφάλεια; Το ότι βρίσκονται ορισμένοι πρόσφυγες εδώ, επειδή τους έχει στείλει η οικογένειά τους το γνωρίζουμε σαφέστατα! Από την Βυρηττό ακούω για παράδειγμα, ότι περιμένει ένας σεβαστός αριθμός ανθρώπων, να πάνε στη Γερμανία, ελπίζοντας ότι θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία επανένωσης οικογενειών, που σκοπεύει να ψηφιστεί στο Γερμανικό κοινοβούλιο.

Μετά έχουμε και αυτούς που πραγματικά χρίζουν προστασίας από το κράτος μας, που θέλουν να διαμείνουν εφ όρου ζωής εδώ, καθώς και έχουν το δικαίωμα αυτό, διότι διώκονται στην πατρίδα τους, συχνά επειδή είναι αλλόθρησκοι, είναι χριστιανοί, Γεζίντι, πρώην μουσουλμάνοι. Εκεί λέω ναι: και μάλιστα αμέσως! Και αυτοί πρέπει να υπομένουν τον χρόνο καρτερικά να ακολουθήσουν οι οικογένειές τους, το οποίο είναι απόλυτα τραγικό και δεν συνάδει με τη λογική. Συχνά μάλιστα βρίσκονται αυτές οι οικογένειες με χώρες μουσουλμανικών καθεστώτων και πρέπει να φοβούνται και εκεί. Αυτοί θα έπρεπε να διαχωριστούν και να επεξεργαστεί η αίτηση ασύλου τους με ταχύτατες διαδικασίες.

Αλλά να αναφερθεί και αυτό: ειδικά αυτοί έρχονται συχνά σύσσωμοι με όλη τους την οικογένεια. Πρέπει λοιπόν να εξετάζουμε καλύτερα, ποιος θέλει να επιστρέψει στη πατρίδα τους εξ αυτών και ποιος όχι. Και εδώ είναι αμφισβητήσιμο αν θέλει να ακολουθήσει η υπόλοιπη οικογένεια χωρίς να ερωτηθεί, διότι μόλις έρθει η οικογένεια στη Γερμανία, θα παραμείνουν και οι περισσότεροι εδώ. Αυτό που με απασχολεί στο θέμα της επανένωσης της οικογενείας είναι, ότι ο ορισμός της οικογένειας στις ανατολίτικες μουσουλμανικές κοινωνίες είναι μία πατριαρχικά-οργανωμένη εκτεταμένη οικογένεια, οι συγγενείς. Εισάγουμε με την επανένωση της οικογένειας ένα μουσουλμανικό σύστημα οικογενείας, το οποίο οδηγεί σε παράλληλες κοινωνίες και σε προβλήματα ενσωμάτωσης. Ο έφηβος πλέον δεν χρειάζεται να προσαρμοστεί, συναναστρέφεται ομοίους του, και οι εδώ μεταφερόμενες παραδόσεις συνεχίζουν να διατηρούνται.

Και ακριβώς αυτό βλέπω με τους ασυνόδευτους ανήλικους, οι οποίοι έχουν προσαρμοστεί επαρκώς μετά από δύο- τρία χρόνια, και έχουν συνάψει λόγω της φοίτησής τους σε γερμανικό σχολείο φιλίες με γερμανούς εφήβους, καθώς έχει συμβάλλει σε αυτό ένα πολύ εξελιγμένο δίκτυο ειδικά εκπαιδευμένων κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι τους εισήγαγαν στον δικό μας πολιτισμό και στο δικό μας σύστημα αξιών. Το τελευταίο το έχουμε διαπιστώσει επανειλημμένως. Η κοπιαστική εργασία μας όπως γίνεται καπνός, όταν επανενώνεται ο έφηβος με την οικογένειά του. Και αυτό το έχουμε δει επανειλημμένως. Εκεί που ο έφηβος πρόσφυγας μας αντιμετώπιζε με περιέργεια και χωρίς προκαταλήψεις, μετά την επανένωση μας αντιμετώπιζε σε χρόνο μηδέν με απόρριψη, με περιφρόνηση του μη μουσουλμανικού τρόπου ζωής μας, επειδή η οικογένεια του εφήβου που βρίσκεται στα παρασκήνια, τον απορρίπτει.

Για να συνοψίσουμε: δεν επιθυμώ σε καμία περίπτωση την επέκταση μιας παράλληλης κοινωνίας, η οποία είναι ιδιαιτέρως επιβλαβής για εμάς τις γυναίκες και μας καταπιέζει και μας στερεί σταδιακά την πολύτιμη ελευθερία μας.

 

Δημοσιογράφος: Τι πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη δική σου άποψη με μετανάστες που δεν ενσωματώνονται;

Rebecca Sommer: Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να απαντηθεί. Δεν μπορείς να εκδιώξεις μέχρι τώρα έτσι απλά κάποιον, που προέρχεται από μία περιοχή που μαστίζεται από πόλεμο, ακόμα και αν έδωσε ψευδείς ατομικά στοιχεία, ακόμα και αν έχει παρανομήσει κάποιος και είναι φυγόδικος. Αυτό θα έπρεπε να αλλάξει και να θεσπιστεί δια νόμου, όποιος διαπράττει μία αξιόποινη πράξη θα έπρεπε να μας δοθεί νομικά η δυνατότητα να τον εκδιώξουμε. Το κράτος όμως εδώ είναι αβοήθητο. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τους Σύριους- αρχικά ήρθαν στην Γερμανία εξ αιτίας του πολέμου, και τώρα ισχυρίζονται, ότι έφυγαν από την Συρία επειδή ήταν αντικαθεστωτικοί και κατά του Assad «Ασάντ» και τους περιμένει σε μία ενδεχόμενη επιστροφή τους η θανατική ποινή. Και παρόλο που μεταξύ των προσφύγων είναι αρκετοί, οι οποίοι ήταν ενεργά μέλη σε τρομοκρατικές οργανώσεις που άνηκαν στο Ισλαμικό Κράτος ISIS, οι οποίοι είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί στην Γερμανία και έχουν διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα, δεν επιτρέπει η νομοθεσία της Γερμανίας την απέλασή τους. Ούτε καν γίνεται λόγος για μία πιθανή απέλασή τους. Επιπλέον: Πως μπορείς να διαπιστώσεις τον βαθμό προσαρμογής ενός ατόμου στο περιβάλλον και στο κράτος που τον φιλοξενεί; Δεν σημαίνει επειδή μιλάς άρτια Γερμανικά και εργάζεσαι τακτικά, ότι έχεις προσαρμοστεί, εάν ταυτόχρονα απορρίπτεις τις αξίες της κοινωνίας που σε φιλοξενεί, αν δεν αισθάνεσαι ούτε στο ελάχιστο προσκείμενος στις δυτικές αξίες, στη Γερμανία και στους συνανθρώπους σου που την κατοικούν, ή αν υποστηρίζεις την άποψη, ότι η Γερμανία πρέπει να ασπαστεί τις μουσουλμανικές αξίες και να υποκύπτει διαρκώς στα θρησκευτικο-πολιτισμικά καπρίτσια των μουσουλμάνων, τότε αυτός ο άνθρωπος είμαι της άποψης, δεν ταιριάζει στην κοινωνία των λαών της Ευρώπης.

 

Δημοσιογράφος: Πως πρέπει σύμφωνα με την άποψή σου να αντιμετωπίσουμε το Ισλάμ στη Γερμανία;

Rebecca Sommer: Το εξάπλωση του πολιτικού Ισλάμ πρέπει με όλα τα μέσα αποτραπεί και να μην του χαϊδεύουμε τα αυτιά. Πολλά τζαμιά ευθύνονται για την εξάπλωση και την διάδοση του πολιτικού Ισλάμ. Αρχικά χρειαζόμαστε νόμους, οι οποίοι θα καθορίζουν τι ακριβώς θα επιτρέπεται να κηρύττεται, κυρίως όμως τι –δεν- επιτρέπεται. Για αυτό τον λόγο δεν θα έπρεπε να επιτραπεί να δημιουργηθούν καινούργια τζαμιά, πριν ελέγξουν και παρακολουθήσουν εξονυχιστικά τα ήδη υπάρχοντα τζαμιά, στρέφοντας την προσοχή μας ιδιαιτέρως σε αυτούς που τα χρηματοδοτούν. Σε πολλά τζαμιά οι μουσουλμάνοι πιστοί προτρέπονται να απορρίπτουν τους απίστους και να απορρίπτουν την ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο που τους περιβάλλει. Αυτό το έδειξαν καθαρά τα τελευταία ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Constantin Schreiber «Κόνσταντιν Σράιμπερ» του πρώτου κρατικού καναλιού της Γερμανίας ΑRD για αρκετά τζαμιά της χώρας μας. Σε αρκετά τζαμιά μάλιστα ριζοσπαστικοποιούνται οι πιστοί. Ειδικοί μας προειδοποιούν εδώ και χρόνια. Ανεγείρονται τζαμιά με χρηματικά ποσά από την Τουρκία, το Ιράν, την Σαουδική Αραβία, ακόμα και οι ιμάμηδες που λειτουργούν τα τζαμιά πληρώνονται από αυτές τις χώρες. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών δεν γνωρίζουν καν να ομιλούν την Γερμανική. Αλλά τους πολιτικούς δεν φαίνεται να τους απασχολεί αυτό καθόλου. Επίσης είμαι και κατά της διδασκαλίας του Ισλάμ στα σχολεία, αντί αυτού θα έπρεπε να διδάσκεται το μάθημα της –ηθικής δεοντολογίας-. Επιπλέον υποστηρίζω την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στα σχολεία για δασκάλους, καθηγητές και μαθητές και στο δημόσιο. Πολύ φοβάμαι, ότι θα γίνουμε μάρτυρες του ακόλουθου εφιαλτικού φαινομένου στις επόμενες εκλογές σε τέσσερα χρόνια. Οι μουσουλμάνοι θα ιδρύσουν νωρίτερα ή αργότερα το δικό τους κόμμα, μιας και έχουν τόσους πολυάριθμους ψηφοφόρους και θα κερδίσουν με συντριπτική πλειοψηφία. Κυρίως με την βοήθεια των κομμάτων όπως των Πρασίνων-οικολόγων, τον κομμάτων αριστερής ιδεολογίας και σχεδόν όλων των υπολοίπων κομμάτων, οι οποίοι τους κολακεύουν και τους διευκολύνουν διαρκώς, αλλάζοντας στο μέλλον και νόμους προς το συμφέρον της θρησκευτικής μειονότητας αυτής και θα είμαστε εμείς εν τέλει η πλειοψηφία που θα πρέπει να προσαρμοστεί να νέα δεδομένα. Όπως γνωρίζουμε ακολουθούν οι μουσουλμάνοι αυτό που τους επιτάσσει το Κοράνι, δηλαδή περιμένουν από τον άπιστο δηλαδή εμάς να προσηλυτιστεί, ή να αποδώσει υποχρεωτικό κεφαλικό φόρο ως άπιστος, ή να τον καθυποτάξει με άλλα μέσα. Πολλοί μουσουλμάνοι, ιδίως το πολιτικό Ισλάμ, το οποίο καθοδηγείται έξωθεν από μουσουλμανικά κράτη, σκέφτονται με ποιο τρόπο μπορούν να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα- και δεν αισθάνονται ούτε στο ελάχιστο την ανάγκη να το κρύψουν. Αν ιδρύσουν ένα μουσουλμανικό κόμμα θα κερδίσουν με αυτόν τον τρόπο περισσότερη επιρροή στην Γερμανία. Γνωρίζουμε στο facebook λογαριασμούς όπου διατυμπανίζεται η άποψη να εξισλαμιστεί η Γερμανία. Όπου διατυμπανίζουν και προτρέπουν τον κόσμο σε πράξεις που είναι σύμφωνα με την άποψή μου αντισυνταγματικές. Όμως πλέον μπορείς να βρεις παντού τέτοιες δηλώσεις και δημοσιεύσεις. Μπορεί να δεις για παράδειγμα έναν σκύλο που ουρεί πάνω σε μια ισραηλινή σημαία, όπου δημοσιοποιείται και κατευθύνεται δημοσίως μίσος εναντίων μας και προτρέπει δημοσίως στην καταδίωξή μας. Και αυτοί οι λογαριασμοί δεν σβήνονται, δεν μπλοκάρονται, εξίσου δεν σβήνονται και δεν μπλοκάρονται οι λογαριασμοί φανατικών μουσουλμάνων των αποκαλούμενων Σαλαφιστών!

Όλοι μας ελεγχόμαστε στενά από το facebook. Οι λογαριασμοί λοιπόν αυτών των ατόμων που δημοσιοποιούν περιεχόμενο το οποίο αντιτίθεται προς το Ισλάμ μπλοκάρονται. Αν δεν ξυπνήσουμε εγκαίρως, και μάλιστα γρήγορα, θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. 

Δημοσιογράφος: Τι θα ήθελες να πεις στην χώρα μου την Πολωνία και στους Πολωνούς;

Rebecca Sommer: Να μείνετε αμετακίνητοι, να εμμένετε και να μην κάμπτεται η αντίστασή σας ενάντια στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε αυτή την περίπτωση εννοώ συγκεκριμένα την εκ των έξωθεν επιβεβλημένη διανομή των προσφύγων. Κάθε κράτος και κάθε λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει μόνος του τους φιλοξενούμενούς του. Κανένα κράτος δεν πρέπει να αποποιηθεί την αυτοδιάθεσή του. Οι άνθρωποι που ζουν σε ένα κράτος έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το δικό τους μέλλον και το δικό τους πολιτικό καθεστώς και να μην υπόκεινται σε ξένη κυριαρχία. Έχω την εντύπωση πως υπάρχουν συμφέροντα στην Ευρώπη τα οποία κατευθύνουν τα τεκταινόμενα, ώστε να δημιουργήσουν μια διαφορετική Ευρώπη, να αλλοιωθεί το διεθνές δίκαιο, να άρουν την αυτοδιάθεση των λαών και των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεών τους και να εξαλείψουν κάθε ίχνος αυτών τον προνομίων που απολαμβάναμε μέχρι πρότινος. Μην χάνεται την ταυτότητά σας, διότι κανένα έθνος, κανένας λαός, καμία ομάδα, κανένας ιθαγενής λαός, ή Ιταλός, ή Γάλλος, ή Γερμανός ή Πολωνός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως λαός, αν δεν οριοθετηθεί σε λογικά πλαίσια από τους υπολοίπους και να ακολουθήσει και να υπερασπίσει τα συμφέροντά του.

Θα πρότεινα επομένως, να σκεφτείτε, ποιόν θα θέλατε να φιλοξενήσετε οικειοθελώς. Υπάρχουν πολυάριθμοι πρόσφυγες, οι οποίοι δραπετεύουν από τις μουσουλμανικές πατρίδες τους λόγω των όλο και αυξανόμενων θρησκευτικών διώξεων που υφίστανται. Μεταξύ αυτών για παράδειγμα πολυάριθμοι χριστιανοί και άλλες θρησκευτικές μειονότητες, οι οποίες συμβαδίζουν απόλυτα ή καλύτερα με το δυτικό σύστημα αξιών, και οι οποίες με την δική σας βοήθεια θα ενσωματωθούν παντελώς στην κοινωνία σας. 

Πηγή: https://vimapress.gr/sos-stamatiste-tin-apodochi-prosfygon-amesos-rebecca-sommer-ethelontis-synodos-prosfygon-ke-voithos-ensomatosis/

 

 

Λαθρομετανάστες και Ισλάμ - Μια συγκλονιστική μαρτυρία (μέρος 2ο)


Rebecca Sommer: SOS, σταματήστε την αποδοχή προσφύγων αμέσως! 

Μέρος 2ο 

Δημοσιογράφος: Πως θα χαρακτήριζες την νοοτροπία των προσφύγων προς τις γυναίκες;

Rebecca Sommer: Ειδικά όταν ρωτάς μουσουλμάνους πρόσφυγες, ποια είναι η άποψή τους για τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η προσωπική ελευθερία, η αυτοδιάθεση, ισοτιμία ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα, τότε δηλώνουν κατά προσέγγιση 75% στο περιβάλλον μου, ότι δεν συμφωνούν με τις βασικές αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για αυτό τον λόγο ανησυχώ διαρκώς, όταν βλέπω όλο και περισσότερες νεαρές κοπέλες και γυναίκες να συνάπτουν σχέσεις μαζί τους. Δεν είναι εις θέσει να αντιληφθούν τον πολιτισμό τους και δεν έχουν ιδέα το τι λένε οι πρόσφυγες για αυτές, όταν συναθροίζονται μεταξύ τους. Δεν γνωρίζουν, ότι πολλοί εξ αυτών των προσφύγων έχουν ήδη σύζυγο στον τόπο καταγωγής τους, η οποία θα προστεθεί στην σχέση τους ως σύζυγος, όταν επιτραπεί να επανενωθεί η υπόλοιπη οικογένεια με τον πρόσφυγα. Ή ότι η ξαδέλφη του πρόσφυγα που του είχαν υποσχεθεί και του έχει λογοδοθεί από τους συγγενείς του για γάμο, περιμένει στην πατρίδα μέχρι την άδεια εισόδου της στην Γερμανία. Ανταποκρίνεται απόλυτα στην αλήθεια, αν δεν δείχνουν ή δεν μαρτυρούν ειδικά οι περισσότεροι νεαροί μουσουλμάνοι πρόσφυγες την θρησκευτικότητά τους, πίνουν αλκοόλ και τρώνε γερμανικά εδέσματα καθώς εκμεταλλεύονται όλες τις πτυχές και την χαρά που τους δίνει μία τέτοια ερωτική σχέση με αλλόθρησκη. Και αυτές οι γυναίκες πιστεύουν, ότι ο σύντροφός τους αποτελεί την εξαίρεση και ότι οι ιστορίες που ακούγονται δεξιά και αριστερά για τους μουσουλμάνους δεν ισχύουν.

Ακόμα και αν υπάρχουν άτομα μεταξύ αυτών με μετριοπαθείς απόψεις, οι οποίοι ενσωματώθηκαν και παντρεύονται Γερμανίδες ή γυναίκες άλλων εθνικοτήτων, τότε πολύ φοβάμαι, ξεκινάει η αδιαλλαξία το αργότερο στις κόρες τους. Εν τέλει θέλει κάθε άνδρας μουσουλμάνος που εγκαθίσταται ως νέος πολίτης στη Γερμανία, μία γυναίκα μουσουλμάνα υποδεέστερη, φυσικά καλυμμένη με ισλαμική μαντίλα, η οποία δεν φοράει κοντά η στενά ρούχα, τον υπηρετεί, του γεννά παιδιά, δεν του αρνείται ποτέ την σεξουαλική επαφή, δεν έχει φίλους του αντίθετου φύλου, δέχεται τις εντολές του, δεν φεύγει ποτέ χωρίς την άδειά του από το σπίτι του, τον υπακούει παντελώς. Σε αυτούς τους γάμους δεν έχει πρωτεύοντα ρόλο η αγάπη. Η αγάπη του μουσουλμάνου πρόσφυγα ανήκει στην μητέρα και στην οικογένεια. Η γυναίκα είναι ένα υποδεέστερο αντικείμενο με συγκεκριμένες ευθύνες. Οι δυτικές γυναίκες είναι σε όλες τις περιπτώσεις μόνο γυναίκες για την εκπλήρωση των σεξουαλικών τους αναγκών, οι οποίες μετά την υποτιμητική χρήση τους ως αντικείμενο του σεξ πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων. Γυναίκες για γάμο δεν είναι έτσι και αλλιώς, διότι είναι πόρνες. Πόρνες διότι δέχθηκαν να έχουν σεξουαλική επαφή μαζί τους. Αν όμως θέλει μία ευρωπαία γυναίκα να τους χωρίσει, μπορεί να συμβεί το ακόλουθο, δηλαδή να δολοφονηθεί επειδή ήθελε να τον χωρίσει. Ανάλογο παράδειγμα δολοφονίας έχουμε στην πόλη Kandel Κάντελ της Γερμανίας αυτό τον καιρό. Ή αλλιώς την παρακολουθεί ανελλιπώς απειλώντας την, φοβίζοντάς την, εξαντλύοντας όλες τις δυνατότητες για να βλάψει την ίδια και την φήμη της. Και εδώ λέω ξανά και ξανά, ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά ο κανόνας είναι ο άνω περιγραφόμενος. Γνωρίζω τέτοιες εξαιρέσεις σχέσεων. Υπάρχουν ακόμα. Αλλά θα δούμε τι θα επακολουθήσει αν αυτές οι σχέσεις λήξουν. Είδωμεν.

Δημοσιογράφος: Πως είναι η σύνθεση των φύλων του προσφυγικού πληθυσμού και ποιο είναι το επίπεδο μόρφωσης στους πρόσφυγες που κατέφθασαν πρόσφατα; Ακούσαμε, ότι οι πρόσφυγες πολέμου είναι πρωτίστως γυναίκες και παιδιά και άνδρες με υψηλό κοινωνικομορφωτικό επίπεδο.

Rebecca Sommer: Η συντριπτική πλειοψηφία των λεγόμενων προσφύγων και μεταναστών, από το έτος 2015 μέχρι και σήμερα είναι άνδρες. Όμως είχαμε ειδικά τα τελευταία χρόνια πολλές περιπτώσεις επανένωσης οικογενειών και για αυτό το λόγο διασπείρουν τα λόμπυ των προσφύγων τον μύθο, ότι τράπηκαν σε φυγή από τις πατρίδες τους αποκλειστικά και μόνο οικογένειες, γυναίκες και παιδιά, που δραπέτευσαν στην Γερμανία για να γλιτώσουν από τις βόμβες και τις οβίδες στη πατρίδα τους. Κατά την διάρκεια της δραστηριότητάς μου δηλαδή μέχρι το έτος 2015 ήρθαν σχεδόν αποκλειστικά μόνο νεαροί άνδρες, τους οποίους βοήθησα να φέρουν τους συγγενείς τους στη Γερμανία, και γνωρίζω, ότι αυτές οι διαδικασίες συνεχίζουν να διεκπεραιώνονται σε έντονους ρυθμούς και μάλιστα αδιάκοπα. Πολλές γυναίκες που έγιναν αποδεκτές από την Γερμανία είναι στο μεταξύ έγκυες ή γέννησαν το επόμενό τους παιδί στην Γερμανία.

Σε ότι αφορά το μορφωτικό επίπεδο των προσφύγων από την Συρία, οι οποίοι αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων προσφύγων, οι οποίοι ήλθαν εν έτη 2012 στη Γερμανία, πρέπει δυστυχώς να διαπιστώσω, ότι η πλειοψηφία εξ αυτών δεν έχει απολύτως καμία επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι παντελώς ανεπαρκείς. Γνωρίζω, ότι ο τύπος ισχυριζόταν αρχικά, ότι πρόκειται για πρόσφυγες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με υψηλή εξειδίκευση και σε πολυάριθμα επιστημονικά πεδία, αλλά αυτό δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εγώ η ίδια, υποστήριζα τέτοιους ισχυρισμούς, μιας και πίστευα αυτά που μου έλεγαν οι πρόσφυγες, αλλά η πικρή πραγματικότητα είναι, ότι απλώς επαναλαμβανόντουσαν αυτού του είδους πληροφορίες, αλλά μόνοι λίγοι δημοσιογράφοι έχουν δει αυτές τις ελάχιστες περιπτώσεις υψηλών ειδικευμένων και μορφωμένων προσφύγων. Επιπρόσθετα προκύπτει και το πρόβλημα, οι ελάχιστοι που έχουν πράγματι κάποιου είδους επαγγελματικής εκπαίδευσης, συχνά δεν είναι συμβατή με το δικό μας σύστημα και πρέπει να καταρτιστούν επαγγελματικά από την αρχή. Οι πλειοψηφία εξ αυτών πρέπει όπως όλα τα άτομα νεαρής ηλικίας να μετεκπαιδευτούν, να κάνουν μία καινούργια επαγγελματική εκπαίδευση, να αποκτήσουν ένα πτυχίο σχολείου, μερικοί εξ αυτών ήδη σπουδάζουν. Όλα αυτά εκτινάσσει ασύλληπτα το κόστος στα ύψη, στο βεληνεκές εκατομμυρίων Ευρώ.

Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα παρατηρώ, ότι η πλειοψηφία των Συρίων δεν είναι εις θέσει, ούτε θα είναι στο άμεσο μέλλον, να συντηρήσουν μία οικογένεια. Άτομα από την Σομαλία, ή Νιγηρία αντιδρούν εξαιρετικά δύστροπα, όταν συζητούμε για επαγγελματική εκπαίδευση. Επιπλέον είναι πολλοί εξ αυτών ιδιαιτέρως επιθετικοί και θρησκευτικά φανατισμένοι. Οι περισσότεροι πρόσφυγες από την Ερυθραία είναι φιλήσυχοι χριστιανοί, αλλά υπάρχουν και μουσουλμάνοι μεταξύ αυτών. Πολιτισμικά όμως είναι αυτοί οι άνθρωποι τελείως διαφορετικοί από ότι οι άνθρωποι στην Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τις εμπειρίες μου έχουν σχεδόν πάντα μία ανεπαρκής σχολική μόρφωση και μαθαίνουν πολύ αργά Γερμανικά. Γνωρίζω περιπτώσεις, όπου μετά από τρία χρόνια παραμονής στη Γερμανία δεν ομιλούν ούτε λέξη Γερμανικά, παρόλο που συμμετείχαν σε τμήματα εκμάθησης Γερμανικής γλώσσας, τα οποία πληρώνει ο Γερμανός φορολογούμενος ανελλιπώς. Στους πρόσφυγες από Αφγανιστάν και Πακιστάν παρατηρείται το ίδιο. Συνοδεύω μάλιστα και πρόσφυγες, οι οποίοι πρέπει να εκμάθουν την αλφαβήτα. Οι περισσότεροι ζουν από κρατική βοήθεια, και από ότι παρατηρώ στους πρόσφυγες που μου έχουν ανατεθεί από το έτος 2012, πολύ φοβούμαι, ότι θα παραμείνει και έτσι. Ακόμα και αν προέρχεσαι ως γιατρός ή ως οδοντίατρος από την Μέση Ανατολή, οι σπουδές εκεί είναι τόσο διαφορετικές από τις δικές μας, ώστε μπορεί να διαρκέσει ασύλληπτα πολύ χρόνο, ώστε να εφαρμόσουν τις σπουδές τους στο κράτος μας.

Φυσικά υπάρχουν και πολλές θετικές εξαιρέσεις. Ένας Σύριος φίλος μου έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του εκπαίδευση και εργάζεται τώρα ως υπάλληλος στον γερμανικό κρατικό συνταξιοδοτικό φορέα. Ένας φαρμακοποιός βρήκε μία θέση εργασίας. Ένας άλλος πρόσφυγας άνοιξε ένα εστιατόριο. Ένας μορφωμένος μουσουλμάνος πρώην κάτοικος Ερυθραίας που ήταν στην πατρίδα του αρχιτέκτονας, βρήκε από γνωστούς μία θέση εργασίας σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο. Επίσης όμως υπάρχουν και πολυάριθμοι πρόσφυγες, οι οποίοι δεν επικεντρώνονται στην μετεκπαίδευσή τους και στην επαγγελματική τους εκπαίδευση, αλλά επικεντρώνονται στην ανεύρεση εργασίας και στην εξοικονόμηση χρημάτων, μόλις ολοκληρώσουν την υποχρεωτική τους γλωσσική εκπαίδευση. Συνήθως ως φύλακας σε κέντρο προσφύγων, ή ως ανειδίκευτος εργάτης σε αλυσίδα σούπερ μάρκετ όπως το Aldi «Άλντι». Άλλοι πάλι παίρνουν δίπλωμα οχημάτων και εργάζονται ως οδηγοί, χωρίς να κάνουν μία πολύχρονη επαγγελματική εκπαίδευση ή σπουδές. Μία Σύρια φίλη επάγγελμα προγραμματιστής βρήκε πάρα πολύ γρήγορα εργασία και έχει μισθό τριών χιλιάδων Ευρώ. Αλλά εδώ πρέπει να προσθέσω μία ενδιαφέρον λεπτομέρεια, ότι είναι αγνωστικιστής δηλαδή άθεη και οριοθετεί τον εαυτό της από τους αυστηρά θρησκευόμενους συντοπίτες της. Όπως λέει χαρακτηριστικά, όλη της τη ζωή υπέφερε ως σύγχρονη σκεπτόμενη γυναίκα από τον ζυγό του Ισλάμ στη Συρία, και σύμφωνα με τα λεγόμενά της είναι «όλοι οι θρησκευτικά φανατισμένοι μουσουλμάνοι ίδιοι».

Δημοσιογράφος: Όπως άκουσα, αποτελεί η εισροή καινούργιων προσφύγων από τα μουσουλμανικά κράτη μία απειλή για τους μετριοπαθείς μουσουλμάνους που ζουν εδώ.

Rebecca Sommer: Στην Γερμανία έχουμε ιδιαίτερα πολλές γυναίκες με αραβική, κουρδική ή τουρκική καταγωγή, οι οποίες κατάγονται από μουσουλμανικές οικογένειες, οι οποίες ζουν εδώ και πολλά χρόνια στη Γερμανία και έχουν αγωνιστεί εντός των δικών τους μουσουλμανικών οικογενειών και τις πατριαρχικές δομές που τις διέπουν, για να κερδίσουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Έχω γνωστές και φίλες, οι οποίες δραπέτευσαν ώστε να γλιτώσουν από μία ενδεχόμενη δολοφονία τους για λόγους οικογενειακής τιμής και ζουν με καινούργια ταυτότητα και με διαφορετικό όνομα μέχρι και σήμερα, ενώ κρύβονται μέχρι και σήμερα από τις οικογένειές τους, για να μην δολοφονηθούν από την ίδια οικογένειά τους. Και αυτό φανταστείτε συμβαίνει ανάμεσά μας, εδώ στη Γερμανία! Είναι μορφωμένες, γιατροί, καλλιτέχνιδες, δασκάλες και καθηγήτριες, κοινωνικοί λειτουργοί, καθηγήτριες πανεπιστημίου, και δεν καλύπτουν τα μαλλιά τους. Συζούν με τους συντρόφους τους χωρίς να έχουν προσέλθει σε γάμο. Απολαμβάνουν την ελευθερία που τους δίνεται, έτσι όπως συνηθίζεται στο κράτος μας. Και ειδικά αυτές διηγούνται, ότι σε περιοχές με ιστορικά υψηλό ποσοστό μουσουλμάνων από προηγούμενες δεκαετίες και όπου προστίθενται καινούργιοι αραβόφωνοι πρόσφυγες από την Μέση Ανατολή, σταδιακά έχουν απολέσει την ελευθερία τους. Διότι αν αναγνωρίσουν τέτοιοι θρησκευτικά φανατισμένοι μουσουλμάνοι μία γυναίκα, ως γυναίκα προερχόμενη από το δικό τους πολιτισμικό κύκλο, έρχονται μαζί της αντιμέτωποι, την παρενοχλούν για τον δυτικό τρόπο ντυσίματός της, την εξυβρίζουν και την απειλούν μάλιστα.

Επίσης και γυναίκες μουσουλμάνες πρόσφυγες καταφεύγουν στην τακτική του εκφοβισμού εκκοσμικευμένων μουσουλμάνων γυναικών και προτρέπουν αυτές να φορούν ισλαμική μαντίλα, και να ντύνονται «ηθικά αποδεκτά» σύμφωνα με το Ισλάμ. Εμείς ως κράτος όμως καταβάλλουμε υπέρογκα ποσά στην πρόνοια αυτών των ατόμων που δεν ενσωματώνονται εσκεμμένα και παρακολουθούμε ανίσχυροι, πως απειλούν και επιτίθενται σε άτομα που έχουν ήδη προσαρμοστεί και ενσωματωθεί στην κοινωνία μας. Έχουμε μάλιστα κάνει βήματα προς τα πίσω, διότι πολλοί που ζουν εδώ και καιρό εδώ, φορούν σήμερα ισλαμική μαντίλα. Εκτός αυτού αυξάνονται ο αριθμός των δολοφονιών για λόγους τιμής. Θα έπρεπε να αναλογιστούμε, ότι σε αυτούς τους πολιτισμούς, η γυναίκα αποτελεί περιουσιακή ιδιοκτησία του ανδρός. Ανησυχητικά νέα διαταράσσουν τελευταία το πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Το πανεπιστήμιο αναγκάστηκε να δημοσιοποιήσει και να εκδώσει αρχές Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους κώδικα συμπεριφοράς με 10 κατευθυντήριες γραμμές για την προσωπική και θρησκευτική ελευθερία, διότι οι μουσουλμάνοι φοιτητές επιτίθεντο κατά βάναυσο τρόπο σε γυναίκες, οι οποίες δεν φορούσαν ισλαμική μαντήλα. Η συμπεριφορά αυτών των μουσουλμάνων φοιτητών επηρέαζε δυσμενώς την λειτουργία όλου του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. Στο μεταξύ έχουν εγκαθιδρυθεί άλλες μορφές επιθετικότητας, όπως η απαίτηση για φοιτητικές λέσχες που δεν σερβίρουν χοιρινό, ή μάλιστα για φοιτητικές λέσχες με εφαρμοσμένο διαχωρισμό ανδρών και γυναικών.

Ιδιαίτερες προσπάθειες καταβάλλουν πολιτικοί κοινωνοί του Ισλάμ να πιάσουν πόδι και να εγκατασταθούν για τα καλά στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας. Οι μουσουλμάνοι προσπαθούν διαρκώς και ανελλιπώς να παριστάνουν τα θύματα, διαμαρτύρονται διαρκώς ότι τους προσβάλλουν και ότι διαρκώς δέχονται διακρίσεις εις βάρος τους, ότι ευθύνεται ο δυτικός τρόπος ζωής και η Δύση για αυτό, με αποτέλεσμα να υποκύπτουν όλοι σε αυτό. Αυτό είναι μεγάλο σφάλμα και κακώς εννοούμενη ανοχή, γεννημένη από την βαθιά επιθυμία του Γερμανού λόγο της ιστορίας μας του προηγούμενου αιώνα, να μην αισθάνεται κανένας κυνηγημένος. Αλλά κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, ότι με αυτή την συμπεριφορά δέχονται οι δικές μας αξίες επίθεση και υφίστανται διάκριση από τους μουσουλμάνους εις βάρος μας. Αυτό πυροδοτεί πραγματικά μέσα μου οργή. Διότι λυπάμαι τους Γερμανούς και ειδικά τις γυναίκες. Έχουμε καλή διάθεση και δυστυχώς αυτό που εισπράττουμε είναι η απώλεια αυτών των δικαιωμάτων, δικαιώματα για τα οποία οι γιαγιάδες μας πολέμησαν σκληρά για να τα αποκτήσουν.

Δημοσιογράφος: Άκουσα από την Seyran Ates «Σεΐράν Ατές» τον εκπρόσωπο του φιλελευθέρου τζαμιού του Βερολίνου, ότι στην Γερμανία αποτελούν οι κανονισμένοι γάμοι, που συνάπτονται υπό την πίεση των γονέων και συγγενών, ένα μεγάλο πρόβλημα.

Rebecca Sommer: Μία πολύ θαρραλέα γυναίκα. Ναι, έχουμε από την αλματώδη αύξηση της μουσουλμανικής κοινότητας από την Τουρκία, της Μέσης Ανατολής και τα Βαλκάνια όλο και περισσότερους κανονισμένους γάμους, μάλιστα εμπόριο λευκής σαρκός δηλ. αγοραπωλησίας παιδιών και κοριτσιών. Έχουμε καταγγείλει τέτοιες περιπτώσεις στην αστυνομία, αλλά η αστυνομία και οι αρχές δυσκολεύονται με αυτές τις περιπτώσεις, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που το δικαιολογούν ως στοιχείο της μουσουλμανικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας. Έχουμε λοιπόν ξαφνικά δύο άκρα, τα οποία υπάρχουν στο κράτος μας! Και μερικές φορές ένα κορίτσι με τέτοιο ιστορικό δεν θέλει να εγκαταλείψει την συζυγική στέγη, διότι δεν έχει γνωρίσει τίποτε άλλο, παρά αυτό τον κόσμο και τον πολιτισμό στο οποίο μεγάλωσε. Αυτό εννοούν οι αρχές, όταν λένε σχόλια όπως «έτσι έχουν συνηθίσει», διότι αυτού του είδους εμπειρία αποκόμισαν.

Όμως αδιάσειστη πραγματικότητα είναι, ότι τα κορίτσια αγοράζονται και μεταπωλούνται. Ζουν ως σκλάβες του σεξ και εργάζονται χωρίς αμοιβή, επιτηρούνται αδιάκοπα και έχουν απωλέσει την ελευθερία τους. Μέσα στη Γερμανία! Σε μία γνωστή μου περίπτωση πωλήθηκε ένα κορίτσι έναντι του ποσού των 8.000 Ευρώ. Ένα άλλο κορίτσι Ρωμά από την Πολωνία απήχθη. Και μετά έχουμε και τους πολιτικούς μας στη Γερμανία, οι οποίοι σύμφωνα με την άποψή μου εγκληματούν, που υποστηρίζουν την νομική διατήρηση δηλαδή την μη ακύρωση τέτοιας μορφής γάμων, με την πρόφαση, ότι δεν συμβάλλει στην ευημερία των γάμων που έχουν ήδη συναφθεί. Αυτή είναι η απάντηση τους, στο πρόβλημα που διαρκώς γιγαντώνεται, εξ αιτίας της διαρκώς αυξανόμενης εισροής μουσουλμανικών προσφύγων. Πολλές έχουν εξαναγκαστεί σε γάμο ανήλικες ήδη πριν καταφθάσουν στην Γερμανία και επομένως καταφθάνουν ως ζευγάρι παντρεμένο. Απαιτώ να ακυρωθούν τέτοιοι γάμο. Το κορίτσι πρέπει να ωριμάσει πρώτα ελεύθερα, να πάει στο σχολείο και όταν ενηλικιωθεί στα 18 της χρόνια, τότε να αποφασίζει, αν θέλει να συμβιώσει με τον σύζυγο που της επέλεξαν ή όχι.

Κανένας δεν μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να την υποχρεώσει. Είχαμε και την περίπτωση ενός Πακιστανού, ο οποίος κακοποίησε σεξουαλικά ένα κορίτσι έξι ετών και καταδικάστηκε λόγο της ιδιαίτερης «θρησκευτικής και πολιτισμικής του ταυτότητας» σε ποινή με αναστολή. Το επόμενο πρόβλημα είναι η βία στο γάμο. Ένα χαρακτηριστικό ανέκδοτο, το οποίο ευχαρίστως αφηγούμαι, είναι το εξής: Ένας καινούργιος πρόσφυγας που κατέφθασε στη Γερμανία προειδοποιείται από συντοπίτες του, να μην κτυπάει την γυναίκα και τα παιδιά του μπροστά σε Γερμανούς διότι απαγορεύεται. Αυτό σημαίνει, ότι μεταξύ τους είναι φυσιολογικό να κτυπάει ένας άνδρας τους προαναφερόμενους; Ένας άνδρας από το Αφγανιστάν που τον κατήγγειλε η γυναίκα του για επανειλημμένο βιασμό, δεν καταδικάστηκε, διότι δεν «είχε συνειδητοποιήσει, ότι ήταν βιασμός».

Επειδή επιτρέπεται στο Ισλάμ δηλαδή η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να προβεί σε σεξουαλική πράξη μαζί του, εκτός και αν έχει την περίοδό της ή είναι άρρωστη. Αλλιώς απαγορεύεται να του αρνηθεί την συγκατάβασή της στην σεξουαλική πράξη. Το Κοράνι το ίδιο δίνει οδηγίες, πως και πότε είναι επιτρεπτό να χτυπάς τη σύζυγό σου, αν αυτή αντιστέκεται στις προσταγές του συζύγου. Για αυτό το λόγο ο δικαστής δεν καταδίκασε τον βιαστή στηριζόμενος στο Κοράνι, λαμβάνοντας υπόψη ειδικές συνθήκες. Αυτό σημαίνει, ότι με την κακώς εννοούμενη ανοχή στερούν ακόμη και δικαστές τα απαραίτητα νομικά εργαλεία για μία σωστή έκβαση της δίκης. Κρίνουμε όλο και περισσότερο με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Τα δικαστήρια έχουν κατά πλειοψηφία μία αριστερίζον δράση, πολλοί δικαστές στην Γερμανία είναι υπέρμαχη της αριστεράς και υπέρ των μεταναστών και έτσι αυξάνονται ραγδαία οι περιπτώσεις, στις οποίες μετανάστες ή μετανάστες με γερμανική υπηκοότητα παίρνουν λευκή επιταγή λόγω «ιδιαιτέρων πολιτισμικών και θρησκευτικών συνθηκών». Και επομένως προτιμούνται από το Γερμανικό κατεστημένο. Υπάρχουν και γυναίκες Γερμανίδες δικαστές, οι οποίες διανέμουν επίσης αυτό το περίεργο είδος λευκής επιταγής: το οποίο σημαίνει συγκεκριμένα, ότι γυναίκα δικάζουν και καταδικάζουν ανθρώπους του ιδίου φύλου! Σε μία ιδιάζουσα περίπτωση, προσπαθούσα να βρει μία δικαστής νομικά λόγους να αθωώσει και να δικαιολογήσει νομικά έναν Τούρκο βιαστή.

Ο βιαστής είχε ακινητοποιήσει το κεφάλι του θύματος στο κεφαλάρι του σιδερένιου κρεβατιού και βίαζε το θύμα βάναυσα επί ώρες. Από την δικογραφία προέκυψε η ιδιαίτερη βαναυσότητα με την οποία επιτέλεσε ο βιαστής την ειδεχθή πράξη του. Η γυναίκα δεν μπορούσε σχεδόν επί δύο εβδομάδες να περπατήσει και υπήρχαν σε όλο το σώμα εκχυμώσεις από την επίδραση της βίας την οποία δέχθηκε. Όμως η καθοριστική ερώτηση γυναίκας δικαστή που καθόρησε και την έκβαση της δίκης ήταν: «Υπάρχει η πιθανότητα, ο κατηγορούμενος να μην γνώριζε, ότι δεν συναινείτε;» Θα μπορούσε απάντησε το θύμα στην δικαστή. Η δικαστής δεν μπορούσε να διαπιστώσει, αν ο δράστης λόγω της νοοτροπίας του τουρκικού πολιτισμικού περιβάλλοντος από το οποίο προέρχεται, ερμήνευσε το συμβάν, που το θύμα αντιλήφθηκε ως βιασμό, ίσως ως «παθιασμένο σεξ». Ο δράστης αφέθηκε ελεύθερος. Ο εισαγγελέας σχολίασε, ότι η αθώωση του κατηγορουμένου είναι «βαρύτατο πλήγμα» για το θύμα. Αφετέρου δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, διότι δεν μπορεί να αποδειχθεί πρόθεση βιασμού. Ο βιασμός στα Γερμανικά δικαστήρια δεν οδηγεί ποτέ σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Ιδιαιτέρως, όταν ο θύτης είναι προσφυγικής ή ξένης καταγωγής. Στην δημοσιότητα γίνεται για αυτό το λόγο συχνά λόγος για ατιμωρησία «λόγω ιδιαιτέρων θρησκευτικών και πολιτισμικών συνθηκών» στους βιασμούς και στα εγκλήματα οικονομικής φύσεως. Αργά και σταθερά σταματά η νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία του κράτους μας. Το επόμενο πρόβλημα είναι η πολυγαμία. Εκεί έχουμε περιπτώσεις πολιτικών, που υποστηρίζουν ανοιχτά και παρακινούν δημοσίως να δεχτούμε τέτοιου είδους ρύθμιση.

Δημοσιογράφος: Και τι γίνεται με την εγκληματικότητα;

Rebecca Sommer: Έχουμε πραγματικά σοβαρά προβλήματα. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την δική μου περιοχή, όπου διαμένω, και να σας διηγηθώ και να μεταδώσω πληροφορίες από τις ειδήσεις. Στο Αμβούργο και στο Σλέσβιγκ Χόλσταΐν έχουμε ένα σόι συμμορία αραβικής καταγωγής, το οποίο τρομοκρατεί διαρκώς την περιοχή. Στο Βερολίνο έχουμε ακόμα ένα σόι συμμορία από το Λίβανο, το οποίο αυξήθηκε σύμφωνα με τους ειδικούς τα τελευταία 20 χρόνια σε 1000 συμμορίτες. Το σόι αυτό ασχολείται κυρίως αλλά όχι μόνο με το εμπόριο ναρκωτικών. Ως αποτέλεσμα αυτού, έχει δημιουργηθεί κατά κάποιο τρόπο ένα είδος παράλληλης δικαιοσύνης, το οποίο το δικό μας δικαστικό σύστημα αδυνατεί να θέσει υπό έλεγχο. Δικηγόροι, δικαστές, αστυνομία, όλοι προφανώς φοβούνται και τρομοκρατούνται από δαύτους, και οι αρχές έχουν απολέσει κάθε έλεγχο.

Η δικαστής Kirstin Heisig «Κίρστιν Χαΐσιγκ» δολοφονήθηκε κατά την ταπεινή μου άποψη, διότι προσπάθησε να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία πρόκειται για την τρίτη γενιά των συμμοριών μεταναστών στο Βερολίνο. Για τους κάτοικους του Βερολίνου είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. Έχουν την κουλτούρα του μίσους και της περιφρόνησης. Σύμφωνα με τους γνωρίζοντες διαπράττουν τα εγκλήματά τους εν ψυχρό χωρίς αναστολές. Πράττουν χωρίς ενδοιασμούς και προβαίνουν με ιδιαίτερη σκληρότητα στα εγκλήματά τους και φυσικά υποστηρίζονται όπως επανειλημμένως από αυτή την υπέρ των μουσουλμάνων θρησκευτική ιδεολογία, η ιδεολογία αυτής της συγκεκριμένης μορφής όμως, δεν υιοθετείται για του λόγου το αληθές από τους μετριοπαθείς μουσουλμάνους.

Ακόμα και πρόσφυγες επιστρατεύονται από αυτούς τους συμμορίτες. Ήδη από το 2012 βλέπαμε αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού και ιδιαίτερης αξίας μπροστά στα κέντρα προσφύγων και αναρωτιόμασταν, ποιοι συγγενείς προσέρχονται, για να συναναστραφούν τους πρόσφυγες αυτούς. Σύντομα μάθαμε από τους εθελοντές και τους κοινωνικούς λειτουργούς των προσφυγικών κέντρων, ότι αυτοί οι επισκέπτες δεν ήταν συγγενείς, αλλά Λιβανέζοι, οι οποίοι επιστράτευαν τους νεαρούς πρόσφυγες για την διεκπεραίωση της βρώμικης δουλειάς. Είχαν παντού καταστήματα για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, αρτοποιία, πιτσαρίες, κομμωτήρια, ψιλικατζίδικα, χαρτοπαικτικές λέσχες, μπαρ με αργιλέδες, όπου εργάζονταν παράνομα πρόσφυγες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ποικιλότροπος ως βαποράκια. Ένα ρεπορτάζ κάλυψε αυτά τα γεγονότα στην τηλεόραση, οι περισσότεροι εξ αυτών ακόμα ζουν από την πρόνοια, εξαπατούν κακόβουλα το προνιακό μας κράτος, και εμείς δεχόμαστε γνωρίζοντας την κατάσταση και μπροστά στα μάτια μας να μας εξαπατούν. Λέω μάλιστα: Ναι, ο μουσουλμανικός κόσμος γελάει εις βάρος μας! Αν τα παρατηρήσεις όλα, τολμώ να πω… ότι είμαστε πραγματικά πανίβλακες.

Έχουμε και σόγια συμμορίτες βαλκανικής προέλευσης. Πολλοί καταφθάνουν πολλαπλώς ως αιτούντες για άσυλο, ζουν εις βάρος του γερμανικού κράτους και πολλοί απλώς διαμένουν εδώ. Στις πάμπολλες δραστηριότητές τους συγκαταλέγονται η πλαστογραφία διαβατηρίων, το εμπόριο λευκής σαρκός, η αγοραπωλησία κοριτσιών και η διατήρηση γυναικών σκλάβες του σεξ δηλαδή η μαστροπεία. Μεταξύ αυτών και δωδεκάχρονα κορίτσια, τα οποία πωλήθηκαν από τους γονείς τους ως νύφες και αγοράσθηκαν και μεταπωλούνται από αυτούς τους μαστροπούς. Πολλές από αυτές τις συμμορίες βιάζουν συστηματικά, εκβιάζουν στην συνέχεια και παράγουν παιδική πορνογραφία. Έχω μία δεκατετράχρονη προστατευόμενη από την Σερβία, η οποία βιάστηκε πολλαπλώς από περισσότερους ενήλικες άνδρες και κινηματογραφήθηκε. Αυτή η κινηματογραφική λήψη είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο! Την γνώριζα ήδη ως παιδί δέκα ετών, και ήταν για εμένα προσωπικά ένα ιδιαίτερα μεγάλο πλήγμα. Και γνωρίζω και άλλες τέτοιες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης. Αποστέλνω διαρκώς στον τύπο επιστολές, χωρίς αποτέλεσμα. Η αστυνομία δεν κινητοποιήθηκε. Έβγαλα το συμπέρασμα, ότι κορίτσια χωρίς την υποστήριξη της κοινωνίας και χωρίς την υποστήριξη της οικογένειας δεν έχει καμία πιθανότητα να αποδράσει από μία τέτοια κατάσταση.

Επιπλέον σχηματίζουν οι πρόσφυγες και μετανάστες ένα τεράστιο ποσοστό ατόμων, τα οποία συγκρούονται με τον νόμο. Σομαλούς πρόσφυγες θεωρώ εγώ προσωπικά ως τους πλέον επικίνδυνους, εξ αιτίας του θρησκευτικού τους φανατισμού, καθώς και για την θρησκευτικά και πολιτισμικά αιτιολογημένη περιφρόνησή τους απέναντι στις γυναίκες.

(Συνεχίζεται και τελειώνει στην επόμενη ανάρτηση)
 

Λαθρομετανάστες και Ισλάμ - Μια συγκλονιστική μαρτυρία (μέρος 1ο)

Ρεβέκκα Ζόμμερ

Η Γερμανίδα Rebecca Sommer είναι μία διεθνούς εμβέλειας δημοσιογράφος, καλλιτέχνις,  και πολλαπλά βραβευμένη σκηνοθέτις. Μέχρι την επιστροφή της στη Γερμανία το 2012 κατείχε ειδική συμβουλευτική θέση στη κεντρική βάση των Ηνωμένων Εθνών ECOSOC, όπως επίσης και στη Γενεύη, για τα ανθρώπινα δικαιώματα με κέντρο βάρος στα αυτόχθονα έθνη και στo διεθνές δίκαιο. Συνεργάστηκε πάνω από δεκαετία στενά με τους οργανισμούς UNHCHR και UNPFII, αλλά και με πρόσφυγες και με τον οργανισμό UNHCR. Συμμετείχε επίσης πάνω από μία δεκαετία στις διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Εθνών και στην δήλωση δικαιωμάτων αυτοχθόνων λαών, δήλωση η οποία έγινε με προσωπική υποστήριξη της ιδίας, δεκτή από σχεδόν όλα τα έθνη. Ως γνωστή ειδικός σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων σκηνοθέτησε με εντολή των Ηνωμένων Εθνών την ταινία «αυτόχθονες λαοί και τα Ηνωμένα Έθνη». Εργάστηκε και έζησε στην Ινδία, Μεγάλη Βρετανία, Βραζιλία, Νότια Αφρική και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το έτος 2012 εργάζεται και αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφύγων στην Ευρώπη και ίδρυσε και καθοδηγεί την οργάνωση Arbeitsgruppe Flucht+ Menschenrechte (oμάδα εργασίας διαφυγής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων), ένα δίκτυο, το οποίο υποστηρίζει πρόσφυγες στο Βερολίνο. Τον Γενάρη του 2018 έδωσε την παρακάτω συνέντευξη για το προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα στην Γερμανία, που δημοσιεύτηκε σε δυο πολωνικές εφημερίδες.

Rebecca Sommer: SOS, σταματήστε την αποδοχή προσφύγων αμέσως!  

Μέρος 1ο 

Νatalia von der Osten-Sacken: Rebecca, εργαζόσουν πολλά χρόνια με πρόσφυγες και με μετανάστες, είσαι μία γνωστή ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χρόνια τώρα ήδη πριν το μεγάλο κύμα μεταναστών εν έτη 2015 ήσουν ως άτομο πολύ γνωστή για την πολιτική σου θέση να δέχεται η Γερμανία απεριόριστο αριθμό αυτών των ατόμων. Τι επηρέασε την αλλαγή των πεποιθήσεών σου;

Rebecca Sommer: Ποτέ δεν υποστήριζα την απεριόριστη αποδοχή των προσφύγων και των μεταναστών, διότι απλούστατα δεν γίνεται, να δεχτεί ένα κράτος απεριόριστα πρόσφυγες και μετανάστες. Είμαι ανθρωπιστής και υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα πρώτα χρόνια πίστευε, ότι οι άνθρωποι που έρχονται είναι πραγματικοί πρόσφυγες, ότι είναι πραγματικά πανευτυχής που είναι ασφαλείς και έτσι θα έχουν και την θέληση να προσαρμοστούν και να ενσωματωθούν. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και αποσπασματικά αποκαλύφθηκε η πικρή αλήθεια. Οι λόγοι ήταν τόσο πολυάριθμοι, ώστε δεν μπορούσα πλέον να αποστρέψω το βλέμμα από αυτούς.

Σίγουρα το σημείο αναφοράς και αλλαγής στην πορεία των πεποιθήσεών μου και στις πεποιθήσεις πολλών υπήρξε η πρωτοχρονιά του έτους 2015 στην Κολωνία της Γερμανίας. Εκεί έπρεπε να παραδεχτώ στον εαυτό μου, ότι αυτή η συμπεριφορά ταιριάζει στην συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων, με τους οποίος αλληλεπιδρούσα. Αυτή ήταν η στιγμή, όπου είπα στον εαυτό μου: «Rebecca, πρέπει τώρα να ενεργοποιήσεις την λαβή ασφαλείας, από την αιτία και μόνο, ότι ήμουν υπέρμαχη των δικαιωμάτων των γυναικών, και κατείχα ως γυναίκα μία συλλογική ευθύνη προς τις γυναίκες». Μέχρι τότε προσπαθούσα να δικαιολογήσω τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα σχήματα συμπεριφοράς και σκεπτικού, την κοσμοθεωρία τους η οποία πηγάζει από την θρησκεία τους το Ισλάμ και τον πολιτισμό-κουλτούρα τους, λόγου χάρη με την δικαιολογία, ότι είναι νέοι στον πολιτισμό μας. Πίστευα μάλιστα, ότι αυτές οι μεσαιωνικές απόψεις θα αμβλυνθούν και θα αλλάξουν με τον καιρό. Εμπιστευόμουν και βασιζόμουν στα ιδανικά μας, στην ελευθερία, στην ισοτιμία των ευρωπαϊκών αξιών και ήμουν μάλιστα τόσο αφελής να πιστεύω, ότι κάθε άνθρωπος θα υιοθετούσε και θα αγκάλιαζε ενθουσιασμένος τα ιδανικά αυτά.

Αλλά δυστυχώς έγινα η ίδια μάρτυρας ως εθελόντρια, και αναγκάστηκα να παρακολουθώ επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα ετών, και να παραδεχτώ εν τέλει, ότι όταν αφορά σε μουσουλμάνους πρόσφυγες, έχουν μεγαλώσει με παντελώς διαφορετικές αξίες, ότι έχουν υποστεί τέτοια πλύση εγκεφάλου από την παιδική τους ηλικία και έχουν κατηχηθεί κατά τέτοιο τρόπο από το Ισλάμ, ώστε να αντιμετωπίζουν εμάς τους «απίστους» με αλαζονεία και υπεροψία. Προσωπικά το αποκαλώ «μουσουλμανική μαντίλα στο κεφάλι». Επιπρόσθετα όταν καταφθάνουν στην Γερμανία καταλήγουν πολλοί εξ αυτών στα χέρια φανατικών φονταμενταλιστών μουσουλμάνων ιμάμηδων του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο εισάγεται από την Τουρκία, από την Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το οποίο ενισχύει τον θρησκευτικό τους φανατισμό και τον φονταμενταλισμό τους και τους απαγορεύει να αφομοιωθούν από εμάς τους άπιστους και να υιοθετήσουν τον δικό μας τρόπο ζωής, να αποδεχτούν την δική μας κοσμοθεωρία και τις αξίες μας, την επιστήμη μας, ώστε το Γερμανικό κράτος να απολέσει παντελώς κάθε έλεγχο σε αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις.

Ένα παράδειγμα, το οποίο με βοήθησε να «ανοίξω» τα μάτια μου συνέβη εν έτη 2016, όταν έπρεπε να μάθω την αλήθεια για μία ομάδα προσφύγων, τους οποίους επέβλεπα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Άνηκαν πλέον στον πιο στενό φιλικό μου κύκλο. Τους είχα βοηθήσει να διεκπεραιώσουν την διαδικασία ασύλου, τακτοποιούσα τις υποθέσεις τους με τις δημόσιες αρχές, φρόντιζα για την στέγασή τους, τα έπιπλά τους, τους υπολογιστές, τα ποδήλατά τους, τον ρουχισμό τους, την επαγγελματική τους εκπαίδευση, την εκμάθηση της εγχώριας γλώσσας μας, την εργασία τους, την υποτροφία τους, μάλιστα θυσίαζα αμέτρητες ώρες του προσωπικού μου χρόνου για πολλές περιπτώσεις ανθρώπων. Σε μία συγκεκριμένη στιγμή αντιλήφθηκα τελικά, ότι αυτά το άτομα έπαιζαν και υποδύονταν ένα ψεύτικο ρόλο , εφάρμοζαν πάνω μου την τακτική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι στο Ισλάμ που ονομάζεται στα αραβικά «Taqiyya” (τακίγια) ή αλλιώς η τεχνική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι. Με εξαπάτησαν και με απογοήτευσαν πολλαπλώς. Όμως προειδοποιήθηκα σφοδρώς από Άραβες και Κούρδους για την τεχνική αυτής της εξαπάτησης που περιγράφεται και εφαρμόζεται από το Ισλάμ. Και μάλιστα από ανθρώπους, οι οποίοι όχι μόνο έπρεπε να φύγουν από περιοχές που πλήττονται από πόλεμο, αλλά έπρεπε να φύγουν κυνηγημένοι από τους ιδίους φανατικούς μουσουλμάνους αυτού του είδους, αλλά δεν τους έδωσα δυστυχώς καμία σημασία. Και ξαφνικά ανακάλυψα, ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ίδιοι δηλαδή, των οποίων καθημερινώς τα προβλήματα έλυνα, με τους οποίους συντρώγαμε, γελούσαμε και χορεύαμε, δεν προσεύχονταν ούτε πήγαιναν στο τζαμί, ούτε νήστευαν για το ραμαζάνι, μάλιστα γελούσαν για τους πιο θρησκευόμενους μουσουλμάνους, πίσω από την πλάτη μου και καθήμενοι στον κήπο μου, με αποκαλούσαν μία ηλίθια γερμανίδα πόρνη.

Αυτό το γεγονός όχι μόνο με πόνεσε πάρα πολύ, διότι ειδικά για αυτούς ήμουν ο διασώστης, η φίλη, η αδελφή και μάνα, και τους εμπιστευόμουν, αλλά μου έδωσε μία επιπλέον αφορμή να επανακτήσω την λογική μου. Διότι αυτοί οι πρόσφυγες ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα και μία ελπίδα για μία πετυχημένη ενσωμάτωση και φιλία ανάμεσα στον δυτικό τρόπο προσανατολισμένων και ντόπιων ανθρώπων και τους μουσουλμάνους Άραβες. Δεν έκανα τίποτε άλλο από να τους βοηθώ, να τους προστατεύω, να τους στηρίζω και να τους χαρίζω την ειλικρινή φιλία μου. Τους υποδέχτηκα με ανοιχτές αγκάλες στην Γερμανία και για το ευχαριστώ με προσέβαλλαν, με έβρισαν και με λέρωσαν με τα λόγια, τις σκέψεις και τις πράξεις τους.

Στο μεσοδιάστημα είχα δημιουργήσει έναν φάκελο με τα δεδομένα όλων των περιπτώσεων με τις οποίες επιφορτίστηκα και παρακολουθώ ακόμα, πλέον με πιο κριτικό πνεύμα την εξέλιξη των προσφύγων, τους οποίους συνόδευα ή ακόμα συνοδεύω, αλλά ακόμα και τους πρόσφυγες των άλλων εθελοντών. Δυστυχώς έχουν αναστείλει και άλλοι εθελοντές την εθελοντική τους εργασία λόγο παρομοίων εμπειριών. Οι νέοι εθελοντές που προστίθενται είναι πάλι τόσο αφελής, όσο αφελής υπήρξα και εγώ κάποτε. Αλλά σε αντίθεση με αυτό που προσπαθούν να μας πείσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν προστίθενται τόσοι πολλοί νέοι εθελοντές πλέον. Είτε συμμετέχουν στον εθελοντισμό πάρα πολύ καιρό, είτε έχει θεσμοθετηθεί η βοήθεια που παράσχουν και συμβάλλουν και δεσμεύτηκαν έναντι μισθοδοσίας δηλαδή αμείβονται με χρήματα. Από αυτούς σίγουρα δεν θα μάθεις τίποτα για την απογοήτευση που βίωσαν και την θλιβερή πραγματικότητα, διότι απλά δεν τους συμφέρει.

Δημοσιογράφος: Και ποιο είναι το συμπέρασμα;

Rebecca Sommer: Πολλοί δεν εργάζονται ακόμα, μιλούν ακόμα ελάχιστα Γερμανικά, συναναστρέφονται μόνο μεταξύ τους, δεν έχουν σχεδόν καθόλου ή και καθόλου Γερμανούς φίλους. Άλλοι πάλι παρέβηκαν τον νόμο και είναι φυγόδικοι. Άλλοι πάλι έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί (προσηλυτίστηκαν στο ακραίο Ισλάμ). Ή αντιλαμβάνεσαι αργότερα, ότι ήταν ενεργοί μαχητές της τζιχαντιστικής Αλ Νούζρα ή του Ισλαμικού Κράτους, και είναι ακόμα φανατικοί οπαδοί των τρομοκρατικών οργανώσεων αυτών. Υπάρχουν ναι μεν και εξαιρέσεις που εργάζονται, που μιλούν Γερμανικά, αλλά η νοοτροπία της Ισλαμικής μαντίλας, η υπεροψία ότι ως μουσουλμάνοι ανήκουν σε ανώτερη κάστα ανθρώπων και είναι καλύτεροι άνθρωποι από εμάς, υπερισχύει στους περισσότερους. Στο μεταξύ έχω πάψει να εργάζομαι και έχω απολέσει την όρεξή μου να εργάζομαι έστω και εθελοντικά για αυτούς τους ανθρώπους μουσουλμάνους, οι οποίοι έχουν εντρυφήσει στην πατριαρχία και την προάγουν σε κάθε τους έκφανση.

Τώρα αναγνωρίζω πως λειτουργούν. Συνεχίζω να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις που είχα αρχικά αναλάβει, δέχομαι όμως μόνο καινούργιες περιπτώσεις, όπου σύμφωνα με την άποψή μου, πρόκειται πραγματικά για πρόσφυγες, οι οποίοι έχουν και αιτία να καταφύγουν στο μη θεοκρατούμενο και κοσμικό κράτος μας, όπου γυναίκας και άντρες μέσου νόμου είναι ισότιμοι, όπου καταναλώνεται χοιρινό κρέας, όπου μπορούμε μάλιστα και γυμνοί να κάνουμε ηλιοθεραπεία. Αυτή η ελευθερία είναι πολύτιμη και πολύ εύθραυστη. Αν αναλογιστείς, πόσοι άνθρωπο καταφεύγουν ξαφνικά στην Γερμανία που φορούν ισλαμική μαντίλα, και μόνο η μαζικότητα των ανθρώπων αυτών αλλοιώνει στην Γερμανία τα πάντα. Αυτό είναι από τώρα ορατό. Έχω γίνει πολύ προσεκτική και ιδιαιτέρως δύσπιστη και καχύποπτη. Θα ήταν προτιμότερο όλοι οι υπόλοιποι να εγκατασταθούν σε ένα άλλο μουσουλμανικό κράτος και να ζητήσουν άσυλο, να ψάξουν για εργασία και για μία καλύτερη ζωή, αντί να προσπαθούν να μας επιβάλλουν τις απαξιωτικές και μισογύνες, μεσαιωνικές τους αξίες και να μας βλάψουν μακροπρόθεσμα ανεπανόρθωτα.

Για αυτό το λόγο βοηθώ τώρα πρωτίστως γυναίκες και θρησκευτικές μειονότητες, οι οποίες εκδιώχθηκαν από μουσουλμανικά κράτη και έγιναν πρόσφυγες: όπως πολιτικοί πρόσφυγες, δημοσιογράφοι, πρώην μουσουλμάνους που αποποιήθηκαν την μουσουλμανική πίστη και για αυτό διώκονται στις πατρίδες τους. Και μου αρέσει να βοηθώ ιδιαιτέρως γυναίκες, . Υπάρχουν αρκετές, οι οποίες θέλουν λόγο της οικονομικής τους ασφάλειας που απολαμβάνουν πλέον να χωρίσουν από τους συζύγους τους, καθώς και εξαναγκάστηκαν να παντρευτούν και να υπηρετούν με χαμόγελο εφ΄ όρου ζωής έναν άντρα τον οποίο ποτέ δεν αγάπησαν, που εσωτερικά τον μισούν. Διότι υπάρχει πολύ ψυχολογική βία και βιασμοί σε αυτούς τους μουσουλμανικούς γάμους. Η γυναίκα δεν έχει καμία αξία ως άνθρωπος, είναι καθαρά αντικείμενο του σεξ και όχι σύντροφος, είναι σκλάβα που εργάζεται διαρκώς και μηχανή αναπαραγωγής. Αυτή είναι η ευθύνη μιας καλής μουσουλμάνας. Έτσι όπως και οι περισσότεροι μουσουλμάνοι δεν μας έχουν κανένα σεβασμό, έτσι δεν σέβονται ούτε τις γυναίκες τους. Όχι όλοι βέβαια- γνωρίζω και ζευγάρια τα οποία αποτελούν την εξαίρεση, αλλά οι περισσότεροι έχουν την περιγραφόμενη νοοτροπία. Αυτό ισχύει και για πάρα πολλούς μουσουλμάνους που έχουν πάρει την γερμανική υπηκοότητα και τις οδηγίες για την συμπεριφορά και την νοοτροπία τους τις δίνει το Ισλάμ. Για αυτό, σας προειδοποιώ προκαταβολικώς. Αρκετά είδα, αρκετά άκουσα, αρκετά βίωσα. Έχω αδιάσειστα στοιχεία πλέον.

Δημοσιογράφος: Ανέφερες την λέξη Taqiyya (Τακίγια= ισλαμικός τρόπος εξαπάτησης). Πως τον αντιλαμβάνεσαι και πως τον βίωσες αυτόν τον τρόπο;

Rebecca Sommer: Η λέξη Τακίγια δεν είναι γνωστοί στους περισσότερους Ευρωπαίους. Ακόμα και άνθρωποι που προσπαθούν να προειδοποιήσουν για αυτήν την μορφή της θρησκευτικά δικαιολογημένης μορφής εξαπάτησης, ακόμα και αν κατάγονται από το ίδιο θρησκευτικό εθνικό υπόβαθρο όπως οι περιγραφόμενοι πρόσφυγες που εφαρμόζουν την τακτική αυτή, χαρακτηρίζονται κατευθείαν ως ρατσιστές. Τακίγια σημαίνει εξαπάτηση. Σου δίνεται με αυτήν την τακτική της εξαπάτησης το ελεύθερο να εξαπατήσεις τους αλλόθρησκους ή άπιστους, αν αυτό συμβάλλει στην προστασία του Ισλάμ και των μουσουλμάνων. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές της εξαπάτησης, αυτές η οποίες επιτρέπονται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις όταν βρίσκεσαι σε αλληλεπίδραση με μη μουσουλμάνους, δηλαδή απίστους, όπου η πιο γνωστή μορφή της εξαπάτησης είναι η Τακίγια. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι ως συνήθως αυτές, οι οποίες προάγουν τα συμφέροντα του Ισλάμ και των μουσουλμάνων μεμονωμένα, ο οποίος ανήκει στην παγκόσμια μουσουλμανική συλλογικότητα, την λεγόμενη Ούμα Umma (παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα). Λόγου χάριν με το να κερδίσουν την εμπιστοσύνη ενός απίστου με το ψέμα, το οποίο καθιστούν τον άπιστο εκτεθειμένο και αδύναμο, για να τον νικήσουν τελικά.

Η προδοσία της εμπιστοσύνη επομένως είναι προγραμματισμένη. Ένας μουσουλμάνος επιτρέπεται να ψεύδεται απέναντι σε έναν άπιστο και να τον εξαπατά, και δεν είναι ηθικά κατακριτέο, όσο ο μουσουλμάνος επωφελείται από την εξαπάτηση αυτήν, εφόσον συμβάλλει η εξαπάτηση καθ’ αυτού στην αύξηση της επιρροής της Ούμα δηλ. της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Ο μουσουλμάνος δεν χρειάζεται να ντρέπεται για την εξαπάτηση αυτή. Για να ωφεληθεί από έναν άπιστο, επιτρέπεται στον μουσουλμάνο να υποκρίνεται φιλία ή αγάπη και ταυτόχρονα να μην το εννοούν πραγματικά. Με τον όρο Τακίγια δηλ. εξαπάτηση με τους όρους του Κορανίου απαλλάσσεται ο μουσουλμάνος από κάθε ευθύνη απέναντι στους απίστους- και αυτή η προειδοποίηση απευθύνεται ειδικά στις γυναίκες, η οποίες διατηρούν σχέσεις με μουσουλμάνους. Αλλά ειδικά και στους πολιτικούς, οι οποίοι συνάπτουν συμβόλαια ή συμφωνίες με μουσουλμανικούς οργανισμούς, διότι κανένας όρκος, ούτε στο όνομα του Αλλάχ έχει σημασία, διότι ακυρώνεται από την εφαρμογή της Τακίγια δηλ. της εξαπάτησης, διότι ο ίδιος ο Αλλάχ φρόντισε με το Κοράνι να απαλλάξει τους μουσουλμάνους από την τήρηση των όρκων τους, εφόσον έχουν συναφθεί με απίστους ή αλλόθρησκους. Η μοναδική προϋπόθεση είναι: αυτός που εξαπατά να έχει βαθιά πίστη στο Κοράνι και στον Αλλάχ. Η τέχνη της εξαπάτησης επιτρέπει μάλιστα στο μουσουλμάνο να παριστάνει τον μη μουσουλμάνο. Επιτρέπεται να πει τα πάντα και να εξαπατά εσκεμμένα, όσο καιρό απαιτείται για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του απίστου ή ενός κράτους που ενδεχομένως να τον φιλοξενεί. Πρέπει να αναλογιστεί κανείς πραγματικά, με τι μορφή θρησκευτικής ιδεολογίας έχουμε να κάνουμε.

Η Τακίγια προέρχεται πιστεύω από Σιιτικό Ισλάμ, χρησιμοποιείται όμως ευρέως εξίσου και από τους Σουνίτες μουσουλμάνους, αν και το αρνούνται πεισματικά και επιτρέπει μάλιστα την βρώση φαγητού «χαράμ» δηλαδή ακάθαρτου φαγητού (χοιρινού) για να προσποιηθούν, ότι είναι άθεοι. Πρέπει να είμαστε λοιπόν συνειδητοποιημένοι, ότι η απόκρυψη της αλήθειας και η χρήση του ψέματος εκ μέρους των μουσουλμάνων σε απίστους μη μουσουλμάνους δεν είναι στα ισλαμικά κράτη κατακριτέα πρακτική. Και ένας εύπιστος γερμανός εθελοντής συναντάει έναν πολιτισμό, τον οποίο δεν μπορεί να αντιληφθεί στο ελάχιστο. Ειδικά στην υποστήριξη των προσφύγων αντιλαμβάνεται κανείς μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι πολλοί πρόσφυγες, όχι όλοι φυσικά, αλλά αρκετοί, υπερβολικά πολλοί χειραγωγούν με την μέθοδο της εξαπάτησης για να αποσπάσουν όσο γίνεται περισσότερη και ιδιαίτερη προσωπική βοήθεια και φροντίδα, ειδικώς αποκρύπτουν πόσο θρησκευτικά φανατισμένοι είναι στην πραγματικότητα, και πόσο αποστρέφονται το δικό μας σύστημα αξιών και την κοινωνία μας ολόκληρη.

Επαναλαμβάνονται πολλαπλώς παρόμοιες ιστορίες από άτομα, τα οποία έχουν σπουδάσει ιατρική, νομική ή πληροφορική, ότι έχουν αποδημήσει οι γονείς τους και τα μικρά και ανήλικα αδέρφια τους βρίσκονται στην Τουρκία στους δρόμους και υποφέρουν από την πείνα, αποζητούν βοήθεια για να τους φέρουν στην Γερμανία για να εγκατασταθούν εκεί, ή μάλιστα ότι χάθηκε στις εχθροπραξίες και τον πόλεμο όλη η οικογένειά τους. Δηλώνουν κοσμικοί, ήπιων και προοδευτικών πεποιθήσεων για να υποχρεώσουν ηθικά το κράτος μέσω των εθελοντών να δεχτούν την σύζυγο (η οποία θα ζούσε εξίσου ελεύθερα χωρίς κατατρεγμό όπως και εμείς εδώ) και τα παιδιά που έμειναν πίσω και ξαφνικά εμφανίζονται στην Γερμανία θείοι, θείες, γονείς και από την μία στιγμή στην άλλη ανέρχεται το σύνολο της νεκρής κατά τα άλλα οικογένειας σε 15 άτομα και απαιτούνται τρία διαμερίσματα για την στέγαση της οικογένειας αυτής. Ο μικρός αδελφός εμφανίζεται από το πουθενά, οι γονείς νεκραναστήθηκαν ξαφνικά και ζουν με ασφάλεια στην Τουρκία και σε αντίθεση με αυτά που είχαν αφηγηθεί, διαπιστώνεται, ότι ο πρόσφυγας δεν ήταν καθόλου κατατρεγμένος και αβοήθητος, αλλά μαχητής της τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Νούζρα στη Συρία. Και ότι ο μεγάλος αδελφός ήταν κάθε άλλο παρά ένας μετριοπαθείς μουσουλμάνος. Ή ξαφνικά μαθαίνεις, ότι το πτυχίο είναι πλαστό ή αποκτήθηκε με χρήματα. Ή μαθαίνεις ότι η οικογένεια ναι μεν είναι φτωχή, αλλά ζούσε σε ένα ασφαλές μέρος στη Συρία και ήρθε εδώ για να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο. Ή σε ρωτά ο κατά άλλο μετριοπαθείς μουσουλμάνος μετά την επανένωση της συζύγου του και των παιδιών του με, αν μπορεί ο εθελοντής να βοηθήσει, ώστε να έρθει και η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά τους. Η ως αγαπημένη και μοντέρνα περιγραφόμενη σύζυγος εμφανίζεται καλυμμένη από την κορυφή ως τα νύχια και είναι τρισδυστυχισμένη, επειδή ο σύζυγος την χτυπά τακτικά, της απαγορεύει τα πάντα, επειδή βαθιά θρησκευόμενος. Έμαθα από αυτά τα γεγονότα, ότι η εκμετάλλευση της ευπιστίας των απίστων, στα μάτια τους δηλαδή η εκμετάλλευση ενός πιο αδύναμου, δεν είναι καθόλου κατακριτέα.

Είναι λοιπόν δεδομένο, ότι σε αυτούς τους πολιτισμούς που έχουν διαμορφωθεί υπό το Ισλάμ, μετρά ο δυνατότερος. Δεν συμβιβάζεται με την κοσμοθεωρία τους αν απλά κάποιος από καλοσύνη βοηθά τον συνάνθρωπό του. Είσαι για αυτούς απλώς χαζός, επομένως αδύναμος. Και έτσι μας αντιλαμβάνονται, ως χαζοί, ως αποτυχημένη κοινωνία αδύναμων. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να το αντιληφθούν, διότι δεν συμβαδίζει με το με το μεταρρυθμισμένο, διαφωτισμένο, χριστιανικό, ανθρωπιστικό σύστημα αξιών, στο οποίο στηρίζεται ολόκληρος ο πολιτισμός μας. Γνωρίζω σαφώς και πολλές μεμονωμένες εξαιρέσεις, αλλά επιβεβαιώνεται δυστυχώς ο θλιβερός κανόνας. Το βρίσκω καλό και σημαντικό στην επικοινωνία με κάθε μεμονωμένο πρόσφυγα να είσαι ανοικτός, αυτή την άποψη την υποστηρίζω μέχρι και τώρα, αλλά κάθε ασυνέπεια στα λεγόμενα ή στην συμπεριφορά τους σας προειδοποιώ να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της θρησκευτικής εξαπάτησης, σας συνιστώ εγρήγορση και προσοχή.

Δημοσιογράφος: Εργάζεσαι σε κέντρα προσφύγων. Τι υπέπεσε στην αντίληψή σου;

Rebecca Sommer: Εκεί συναντώνται άνθρωποι πολλών περιοχών, πολιτισμών και θρησκειών, κυρίως μουσουλμάνοι άνδρες, μεταξύ αυτών και άτομα, τα οποία είχαν υποστεί διώξεις, είχαν κατατρεχθεί, είχαν βιαστεί, είχαν βασανιστεί, είχαν υποστεί την καταστροφή της πατρίδας και των χωριών τους. Η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικώς εκρηκτική. Με μεγαλύτερη συχνότητα απαντάται ο κατατρεγμός ή η σε μικρότερο βαθμό η περιφρόνηση των αλλόθρησκων, των άθεων από τους μουσουλμάνους. Οι μουσουλμάνοι αποτελούν την πλειοψηφία στα κέντρα προσφύγων. Πολλοί φαίνεται να πιστεύουν, ότι είναι μία μορφή «υπεράνθρωπων» και όλοι όσοι δεν ανήκουν θρησκευτικά στο Ισλάμ αντιμετωπίζονται ως υποδεέστεροι. Σε έναν τόσο μικρό χώρο ενισχύονται τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις. Για παράδειγμα έχουν παρατηρηθεί περιστατικά, όπου αλλόθρησκοι δεν επιτρέπεται να παρευρίσκονται ταυτόχρονα με μουσουλμάνους στη κουζίνα ή το μπάνιο διότι εκδιώκονται αλαζονικά ή επιθετικά από τον χώρο αυτό.

Αλλά υπάρχουν όπως πάντα και εξαιρέσεις, όπου γυναίκες από διαφορετικές περιοχές και θρησκείας έχουν συνάψει φιλίες και συναντιούνται για να μαγειρέψουν, για να μην παρευρίσκονται μόνες τους με άνδρες στην κοινόχρηστη κουζίνα. Επανειλημμένως παρενοχλούν μουσουλμάνοι άνδρες γυναίκες, ακόμα και μουσουλμάνες που ταξιδεύουν μόνες τους και είχαμε περιπτώσεις, όπου άμεσα εμπλεκόμενοι υπήρξαν και φύλακες πρόσφυγες με τουρκική, αραβική καταγωγή, ή καταγωγή Ρωμά. Σε αυτήν την περίπτωση λειτουργεί το φαινόμενο όπου μουσουλμάνοι διαφορετικής καταγωγής στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλο με πρόφαση την διαφορετική εθνικότητά τους.

Γνωρίζω μία περίπτωση, όπου μία μουσουλμάνα πρόσφυγας από την Ερυθραία παρενοχλήθηκε από τον φύλακα. Έπρεπε να ειδοποιήσουμε την αστυνομία, αλλά η υπόθεση δυστυχώς δεν προχώρησε και έκλεισε.

Δημοσιογράφος: Μιλήσατε για παρενοχλήσεις των εθελοντών. Στο τύπο όμως δεν μπορεί κανείς να βρει καμία πληροφορία για αυτό το θέμα. Γιατί;

Rebecca Sommer: Αυτού του είδους παρενοχλήσεις γυναικών εθελοντών συμβαίνουν τακτικά, αλλά κανένας δεν δημοσιοποιεί τέτοια συμβάντα, επειδή καμία δεν θέλει να χαρακτηριστεί ως αντίπαλος ή ως εχθρός των προσφύγων και δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων. Σε αυτές τις περιπτώσεις επιδρά ο ίδιος μηχανισμός, ο οποίος επιδρούσε και σε εμένα, η συνεχής δικαιολόγηση των συμπεριφορών αυτών, προβάλλεται διαρκώς η δικαιολογία ότι ο πρόσφυγας δεν έχει εξοικειωθεί και δεν αντιλαμβάνεται την κουλτούρα μας. Και με αυτό τον τρόπο δικαιολογείται τέτοιου είδους συμπεριφοράς, χωρίς να γίνεται ο συνειρμός που θα έπρεπε να γίνει, δηλαδή ότι η συμπεριφορά αυτή πηγάζει από το αίσθημα της υπεροψίας που έχει ο πρόσφυγας που πηγάζει από το Ισλάμ αντιμετωπίζοντας εμάς τους απίστους ή τις αλλόθρησκες γυναίκες. Κυρίως απέναντι στις ευρωπαίες «πόρνες», διότι ακριβώς με αυτήν την εικόνα στα κεφάλια τους έρχονται αυτοί οι άντρες από την πατρίδα τους. Στην δική μου ομάδα επαναλαμβάνονται διαρκώς τέτοιου τύπου σεξουαλικές παρενοχλήσεις, κυρίως απέναντι σε γυναίκες εθελόντριες, η οποίες παραδίδουν μαθήματα Γερμανικών και έρχονται ή βρίσκονται περισσότερες φορές την εβδομάδα σε επαφή μαζί τους.

Ένα παράδειγμα: Εφόσον μία εθελόντρια παρέδιδε τρεις μήνες δύο φορές την εβδομάδα μιάμιση ώρες Γερμανικών σε Σύριο πρόσφυγα και ήταν πράγματι πεπεισμένη, ότι όλα πήγαιναν κατ ευχήν, ήθελε να φερθεί φυσιολογικά, εγκάρδια και ανθρώπινη αποδεχόμενη μία πρόσκληση για φαγητό. Πίστευε, ότι ο πρόσφυγας ήθελε να την ευχαριστήσει για την εθελοντική προσφορά και την στήριξή της. Αυτός όμως σκεπτόταν, ότι η πόρνη αποζητά το σεξ. Δεν είχε αντιληφθεί η γυναίκα, ότι πολλοί άντρες από αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον αντιμετωπίζουν τις γυναίκες μόνο ως άπιστες, ανήθικες και ως αντικείμενο του σεξ, το οποίο θα βρίσκεται δια παντός στη διάθεσή τους, επειδή οι πρόσφυγες ειδικά στην αρχή εμφανίζονται ως πολύ ευγενικοί και σε αντιμετωπίζουν φαινομενικά με σεβασμό, δηλαδή εφαρμόζουν την τακτική εξαπάτησης Τακίγια που περιγράφεται στο Κοράνι. Και τότε είχαμε την δυσάρεστη έκπληξη, όταν ο μέχρι τότε φιλικός, ευγενικός πρόσφυγας την άρπαξε ξαφνικά από τα μαλλιά και την έσυρε ως το μπάνιο, όταν αυτή ήθελε να φύγει. Διότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί, πως αυτή δηλαδή η εθελόντρια ήθελε να φύγει και να πάει σπίτι της. Διότι, γιατί άλλωστε τότε αυτή η πόρνη τον επισκέφτηκε μόνη της στην οικία του;

(Συνεχίζεται)

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Μια εξοργιστική ιστορία κατασκοπίας

Καλπαδάκης

 

Ο Τσίπρας, ο Ερντογάν και το ειδύλλιο-σκάνδαλο

Η σκιά μιας ερωτικής ιστορίας πέφτει βαριά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επί ΣΥΡΙΖΑ και στους χειρισμούς του Μαξίμου ειδικά στο θέμα των «Οκτώ». Πώς ο τότε Πρωθυπουργός κάλυψε πολιτικά τον δεσμό του Διπλωματικού Συμβούλου του, Βαγγέλη Καλπαδάκη, με την Φεϊζά Μπαρουτσού, στέλεχος της τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα

Απόστολος Δοξιάδης 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2021, 18:11

Αν οι κανόνες της γραφιστικής μού επέτρεπαν μακρύτερο, και άρα ακριβέστερο τίτλο, αυτός θα ήταν «Η φοβική ερντογανολατρεία του Τσίπρα και του περιβάλλοντός του, στο ζήτημα των τούρκων αντικαθεστωτικών στην Ελλάδα, και οι παράδοξες καταβολές της». Αυτό που με ενδιαφέρει να περιγράψω είναι η γένεση και η εξέλιξη της σχέσης του περιβάλλοντος Τσίπρα με τον διωγμό των τούρκων φυγάδων στην Ελλάδα, οι αιτίες της και οι καταστροφικές συνέπειές της για κάποιους συνανθρώπους μας, αλλά και για την εθνική μας αξιοπρέπεια. Τούρκοι πολίτες, που το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι ήταν αντίθετοι στον Ερντογάν, έπεσαν στην Ελλάδα θύματα «άνισης μάχης και αγώνα» –που λέει και το παλιό κομμουνιστικό πένθιμο εμβατήριο– με θύτη ένα καθεστώς που δημόσια μεν κήρυττε την εθνική ανεξαρτησία, και δήθεν πίστευε στον ανθρωπισμό, αλλά φέρθηκε παράνομα και απάνθρωπα σε ικέτες στα χώματά μας, ανθρώπους που ζητούσαν μόνο την ελευθερία τους. Σε κάποιες, ελάχιστες περιπτώσεις, τους έσωσαν η κοινωνία των πολιτών και η ελληνική Δικαιοσύνη. Αλλά στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, θριάμβευσαν ο δόλος, η ιδιοτέλεια και εν τέλει η, εκ των αποτελεσμάτων, υποτέλεια των κυβερνητικών στην τουρκική πολιτική.

Η θλιβερή και ταυτόχρονα εξοργιστική αυτή ιστορία έχει στο επίκεντρό της ένα συμβάν και δύο σχέσεις. Το συμβάν είναι η ουδέποτε ευθέως διαψευσθείσα υπόσχεση του Τσίπρα στον Ερντογάν, ότι θα επιστρέψει τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που κατέφυγαν στη χώρα μας στις 16 Ιουλίου 2016 με στρατιωτικό ελικόπτερο –το «τάξιμο» αυτό ήταν πολλαπλά μοιραίο συμβάν. Οσο για τις δυο σχέσεις, που συνδέονται μεταξύ τους με τη μεταβατική ιδιότητα (η σχέση Α επηρεάζει τη σχέση Β και η σχέση Β επηρεάζει τη σχέση Γ, άρα και η σχέση Α επηρεάζει της σχέση Γ) είναι, η πρώτη, η σχέση εμπιστοσύνης του Τσίπρα με τον Βαγγέλη Καλπαδάκη, νεαρό και άπειρο διπλωμάτη που όρισε διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, και η δεύτερη η συμβίωση του Καλπαδάκη με την τουρκάλα διπλωμάτη Feyza Barutçu (Φεϊζά Μπαρουτσού), που λίγο αφότου ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές και ο Καλπαδάκης ανέλαβε την υψηλή του θέση, μετετέθη (σύμπτωση;) από το υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα, σε ανώτατη θέση στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα, επισήμως υπεύθυνη για τις πολιτικές υποθέσεις, αλλά και για τις «προσφυγικές ροές», με τη δεύτερη αρμοδιότητα σύντομα να αποκτά μακάβρια σημασία. Και, βέβαια, φτάνοντας στην Αθήνα, η Barutçu άρχισε να συζεί με τον εκλεκτό της καρδιάς της. Θα αρχίσω από αυτή, τη δεύτερη σχέση. 

Ο έρωτας στην κοινωνία μας ευτυχώς είναι ελεύθερος και, φυσικά, αυτό ισχύει και για τους διπλωμάτες. Αλλά όταν κάποιος άνθρωπος, διπλωμάτης ή μη, κατέχει κρατική θέση ύψιστης διαβάθμισης και μέγιστης εθνικής ευαισθησίας σε μια χώρα –όπως είναι προφανώς αυτή του σύμβουλου του πρωθυπουργού για την εξωτερική πολιτική– απλούστατα δεν είναι δυνατόν να διατηρεί τόσο στενό δεσμό με ένα όργανο της κυβέρνησης μιας άλλης χώρας, χώρας μάλιστα με την οποία η σχέση της πρώτης είναι τόσο ευαίσθητη, επικίνδυνη και συχνότατα απειλητική, όσο της Τουρκίας με την Ελλάδα. 

Μπορούσε κάλλιστα ο Καλπαδάκης να βάλει πάνω από όλα τον έρωτά του για την Barutçu –παρεμπιπτόντως, αν το έκανε θα ανέβαινε αφάνταστα στην εκτίμησή μου ως άνθρωπος– και να αρνηθεί στον Τσίπρα την υψηλή του θέση, ζητώντας να πάει σε ένα πόστο σε μια άσχετη χώρα, στο Λουξεμβούργο ή το Καμερούν αδιάφορο· ή, πάλι, αν σαν ιψενικός ήρωας έβαζε το καθήκον πάνω από τον έρωτα, να διακόψει τη σχέση του με τη σύντροφό του για να πάει στο Μαξίμου. Το ότι δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι απλώς απαράδεκτο. Σε άλλη περίπτωση, θα λέγαμε «το καημένο το παλικάρι, ο έρωτας το τύφλωσε». Αλλά σε τέτοια εθνικά ευαίσθητη θέση, οι προσωπικές δικαιολογίες δεν έχουν εφαρμογή. Αυτό που έκαναν ο Τσίπρας και ο Καλπαδάκης δεν είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων –για όνομα του Θεού!

Ίσως το μεγαλύτερο διπλωματικό-πολιτικό σκάνδαλo του 20ού αιώνα αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο όταν, τον Ιούνιο του 1963, ο Τζoν Προφιούμο, ο τότε βρετανός υπουργός Αμυνας, παραδέχθηκε ότι είχε ερωτικό δεσμό με ένα κολ-γκερλ, την Κρίστιν Κίλερ, που είχε ταυτόχρονα εραστή και τον σοβιετικό στρατιωτικό ακόλουθο στο Λονδίνο. Ο Προφιούμο όχι απλώς παραιτήθηκε, αλλά μαζί του έπεσε και η κυβέρνηση, τερματίζοντας την πολιτική καριέρα του πανίσχυρου ως τότε πολιτικού, πρωθυπουργού Χάρολντ ΜακΜίλαν. Φανταστείτε τώρα –αυτή είναι η αναλογία με την κατάσταση Καλπαδάκη-Barutçu– αντί να είχαν κοινή φιλενάδα, ο Προφιούμο και ο σοβιετικός ναυτικός ακόλουθος να είχαν ερωτική σχέση, μεταξύ τους, και να συζούσαν. Αλλά βέβαια τότε δεν θα είχε γίνει σκάνδαλο. Γιατί, απλώς, σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Προφιούμο δεν θα είχε τη θέση που είχε. Κι αυτό γιατί η σχέση του θα τον απέκλειε από κάθε δημόσιο αξίωμα. Αυτό, δηλαδή, σε μια χώρα που διατηρεί στοιχειωδώς τα λογικά της. Και όμως, αυτό συνέβη στην Ελλάδα του 2015: ο έλληνας πρωθυπουργός διόρισε διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του έναν άνθρωπο που συζούσε με ανώτερη τουρκάλα διπλωμάτη, με πολιτικά καθήκοντα.

Όταν, το 2017, βρέθηκα στο Παρίσι για την υπόθεση των Οκτώ, συνάντησα τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, θρύλο του «Μάη του ’68» και σήμερα στενό φίλο και σύμβουλο του Μακρόν, και του ανέφερα τη σχέση Καλπαδάκη-Barutçu, νόμισε ότι τον δούλευα. Αλλά όταν, ύστερα από πολλή προσπάθεια, τον έπεισα ότι δεν το κορόιδευα και ότι η σχέση υπήρχε, σήκωσε τους ώμους, κούνησε το κεφάλι και σχολίασε: «Τι να πω; Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που ακούω μια περίπτωση επίσημου κατασκόπου». «Επίσημο κατάσκοπο» εννοούσε φυσικά την Barutçu. Είναι αφελής ή άπειρος διεθνούς πολιτικής ο Κον-Μπεντίτ; Δεν έχει δώσει τέτοια δείγματα. 

Είναι βασικό να το καταλάβουμε –γιατί μοιάζει να μην το έχουν καταλάβει πολλοί: από τη στιγμή που συμπίπτει η θέση του κ. Καλπαδάκη και η σχέση και η συμβίωσή του με ισχυρό πολιτικό παράγοντα της τουρκικής πρεσβείας, το πλεονέκτημα της αμφιβολίας για κάθε πιθανό ξεστράτισμα παύει να ισχύει, και γι’ αυτόν και για τον Τσίπρα. Σε κάθε επιζήμια πιθανή βλάβη στις διεθνείς μας σχέσεις και στην εθνική μας αξιοπρέπεια, που μπορεί να έγινε μέσω άτυπων ή «αθώων» συζητήσεων του ζεύγους, παύει να ισχύει το «μπορεί και να μην έγιναν». Εφ’ όσον υπήρχαν ταυτόχρονα η θέση και η σχέση, το «πιθανόν να έγιναν» πρέπει να θεωρείται δεδομένο, στη φύσει καχύποπτη και θεσμικά –και σωστά– παρανοϊκή λογική ενός συστήματος προστασίας της εθνικής ασφάλειας. Γι’ αυτό υπάρχουν οι διαβαθμίσεις και τα απόρρητα. Γι’ αυτό ελέγχονται διεξοδικά, διεθνώς, οι άνθρωποι που λαμβάνουν δημόσια αξιώματα, σε σχέση με το παρελθόν τους, το ποινικό μητρώο και τις σχέσεις τους, από τις υπηρεσίες ασφαλείας. Εν προκειμένω, το σκανδαλώδες γεγονός της σχέσης, ως προς την τοποθέτηση του κ. Καλπαδάκη, το κατάπιε ο πρωθυπουργός αμάσητο. Από εκεί και πέρα, κανένα επιχείρημα υπεράσπισής του για πιθανή επιρροή δεν ισχύει. Είναι δυνατόν να πιστέψει λογικός άνθρωπος ότι το ζεύγος δεν συζητούσε ποτέ πολιτικά;

Είναι δυνατόν να πιστέψει λογικός άνθρωπος ότι ο κ. Καλπαδάκης, όπως κάθε εργαζόμενος, δεν έπαιρνε τα έγγραφα της δουλειάς του κάποτε στο σπίτι; Ή δεν άφηνε ποτέ το τηλέφωνο του αφύλαχτο; Ή μήπως πρέπει να πιστέψουμε στις αγνές προθέσεις της κ. Barutçu, που μονίμως έβαζε τον έρωτα πάνω από το καθήκον;

Ως άνθρωπος, ευχαρίστως να το κάνω. Ως σχολιαστής της δημόσιας πολιτικής, αυτό μου απαγορεύεται. Πάντως, επειδή δεν καταφεύγω στις θεωρίες συνωμοσίας παρά μόνο αν δεν ευσταθεί για ένα γεγονός καμία άλλη εξήγηση, ψάχνοντας να βρω αιτία για την ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο αυτών σχέσεων, την αποδίδω πρωτίστως σε γνωσιακά και πολιτισμικά ελλείμματα του τότε πρωθυπουργού. (Προφανώς και του κ. Καλπαδάκη, αλλά η μέγιστη ευθύνη είναι του πρώτου).

Ο διορισμός στο Μαξίμου του Καλπαδάκη, ενώ είχε τη σχέση –που είχε– με την Barutçu, μου επιβεβαιώνει δηλαδή την άποψή μου ότι, εκτός από την κουτοπονηριά του, την καπατσοσύνη του στα εσωτερικά του κόμματός του, και το ταλέντο του να ξεγελάει τον κόσμο λέγοντας ξεδιάντροπα ψέματα, ο Τσίπρας δεν είναι πολύ έξυπνος. Επιπλέον, είναι αφελής, γεγονός που έχει ως αιτία, πέρα από πιθανή έμφυτη προδιάθεση και έλλειψη φυσικών χαρισμάτων νόησης και διάκρισης, την τραγική υστέρηση στην ευρύτερη παιδεία του, χάρη στην παραμονή του για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη γυάλινη σφαίρα της κομμουνιστικής θεωρίας και ιστοριογραφίας, ένα χρυσόψαρο στη γυάλα ενός παραμορφωμένου κοσμοειδώλου.

Αλλά, πέρα από τον ίδιο τον Τσίπρα, το γεγονός ότι η σκανδαλώδης σχέση Καλπαδάκη-Barutçu, που έγινε δημόσια γνωστή από τον Δεκέμβριο του 2016, δεν προκάλεσε ποτέ γενική κατακραυγή, ούτε καν έγινε θέμα στον αντιπολιτευόμενο Τύπο και στις θεωρούμενες σοβαρές εφημερίδες –αντίθετα, το σκάνδαλο Προφιούμο το ξεσκέπασε πρώτη, με επιμονή, η εφημερίδα «Γκάρντιαν», ενώ το διερεύνησαν μετά η Σκότλαντ Γιαρντ και η αντικατασκοπεία, ΜΙ5– ότι δεν ξεσηκώθηκαν δηλαδή και οι πέτρες γι’ αυτή την κατάσταση, είναι μέτρο της εθνικής κατάντιας μας.

Δείχνει το πόσο ανεπαρκής είναι ο Τύπος μας, αλλά και πόσο δραματικά εξαντλημένα είναι τα αντανακλαστικά μας, ως κοινωνίας, πόσο αδύναμοι είναι οι θεσμοί μας, επίσημοι και άτυποι, όπως και το πόσο τυφλές και τελικά ευνουχισμένες είναι οι πολιτικές και πνευματικές ελίτ του τόπου.

Εδώ δεν υπήρξε, για να το πω έτσι, «Γκάρντιαν», και όσο για τις αντίστοιχες Σκότλαντ Γιαρντ και ΜΙ5, δηλαδή την ΕΛΑΣ και την ΕΥΠ, αυτές λειτουργούσαν επί ΣΥΡΙΖΑ –όπως συχνά έχουν λειτουργήσει στην Ελλάδα– ως κομματικά ενεργούμενα. Επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ, τη σχέση Καλπαδάκη-Barutçu τη δημοσιοποίησε πρώτος, επισημαίνοντας το απαράδεκτό της, ο δημοσιογράφος Σταύρος Λυγερός και, ακολουθώντας την αποκάλυψη, την έθεσε στη Βουλή (εδώ) ο Ανδρέας Λοβέρδος. Αλλά οι επισημάνσεις τους πνίγηκαν αμέσως με την κατηγορία του «σεξισμού», επειδή, λέει, η Barutçu ήταν γυναίκα! Δηλαδή αν η Barutcu ήταν άνδρας, και ο Καλπαδάκης γυναίκα, δεν θα ήταν «σεξιστική» η καταγγελία; Προφανώς τα ίδια θα ακούγαμε. Αν δε η Barutçu ήταν άνδρας και αυτή, όπως και ο κ. Καλπαδάκης, και είχαν τον ίδιο δεσμό, ως γκέι, απλούστατα θα άλλαζε η κατηγορία: από τον «σεξισμό» θα κατηγορούνταν οι καταγγέλλοντες για «ομοφοβία» –λες και εκεί ήταν το θέμα. Ο Τζανακόπουλος, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος τότε, με ύφος ηθικής απέχθειας, είπε ότι «ντρέπεται» για τον Λοβέρδο και την ερώτηση. Και έτσι έκλεισε το θέμα. Τύπος, πολιτικοί, δημόσιοι διανοούμενοι, απόλυτη σιγή. Κακόμοιρη Ελλάδα! Σε κάθε περίπτωση, η όποια επιρροή της σχέσης Καλπαδάκη-Barutçu στα πολιτικά μας πράγματα δεν είχε γίνει αισθητή στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –και μπορεί, λέω καλοπροαίρετα, τότε να μην υπήρχε, αν και όλοι μας γνωρίζουμε εκ πείρας το πόσα μυστικά μοιράζονται τα ζευγάρια, εκτός δουλειάς, με την ασφάλεια του θρυλούμενου απόρρητου της συζυγικής εστίας.

Άλλωστε, κάποιοι τότε συνάδελφοι τής Barutçu στην τουρκική πρεσβεία, σήμερα φυγάδες στη Δύση, την περιγράφουν κατά την περίοδο ως τον Ιούλιο του 2016 ως «φιλελεύθερη και με απόψεις μοντέρνες, όχι συντηρητική ή θρησκόληπτη». Έστω ότι ήταν έτσι –ή εμφανιζόταν έτσι. Αλλά οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις της Barutçu άλλαξαν, όπως και δεκάδων χιλιάδων άλλων τούρκων κρατικών λειτουργών, αμέσως μετά τη 15η Ιουλίου εκείνου του χρόνου, όταν έγινε η φερόμενη ως «απόπειρα πραξικοπήματος των γκιουλενιστών», όπως τη θέλει η προπαγάνδα του Ερντογάν.

Δυο λόγια επ’ αυτού πριν συνεχίσω: το ότι ο Φετουλάχ Γκιουλέν και η οργάνωσή του δεν είχαν καμία σχέση με ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ στην Τουρκία, είναι πια ευρύτατα αποδεκτό στη Δύση, με πρώτο να το ανακοινώνει επίσημα, προ ετών, από έρευνές του, ο διευθυντής των Γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών. Και όσο για το αν όντως έγινε εκείνο το βράδυ κάποια μικρή στρατιωτική κίνηση κατά του καθεστώτος Ερντογάν –ο ίδιος σε καμία στιγμή δεν κινδύνευσε, όντας από πολλές ώρες πριν ενήμερος και απομονωμένος– υπάρχουν πλέον σοβαρότατες αμφιβολίες. Ήδη, πολλοί σοβαροί πολιτικοί αναλυτές αλλά και πολιτικοί στη Δύση αποκαλούν το γεγονός «ψευδο-πραξικόπημα», ενώ δεν υπάρχει κανείς σχεδόν που να δέχεται την εκδοχή που κατασκεύασαν ο Ερντογάν και η ΜΙΤ, η μυστική υπηρεσία του, σχετικά με αυτό. Ακόμα μεγαλύτερες αμφιβολίες, βάσει της αρχής τού «δες ποιος ωφελείται από το έγκλημα», δημιουργεί η δήλωση του Ερντογάν, λίγες ημέρες μετά, ότι το φερόμενο ως πραξικόπημα ήταν «δώρο Θεού». Κι αυτό, βέβαια, γιατί του έδωσε την ευκαιρία να εξαπολύσει εκτενέστατο και αιματηρό διωγμό κατά των πολιτικών αντιπάλων του, κι έτσι να μετατρέψει το καθεστώς του από ημι-αυταρχικό σε δικτατορία, με κάποια ψευτοφτιασίδια δημοκρατίας.

Μαζί δηλαδή με «δώρο Θεού», το φερόμενο ως πραξικόπημα ήταν μια καλοστημένη προβοκάτσια. Αυτά φυσικά δεν είναι δικές μου εικασίες, ούτε και είναι δική μου η άποψη για την πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Τουρκία. Το Freedom House, που παράγει τον πιο έγκυρο δείκτη δημοκρατικότητας των καθεστώτων του κόσμου, με άριστα το 100 (αυτό παίρνουν μόνο η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία) δίνει στην Τουρκία 30 –κάτω απ’ τη βάση δηλαδή– και την χαρακτηρίζει «ανελεύθερη», βάζοντας τη στην τελευταία βαθμίδα της κατάταξής της, μαζί με τη Σομαλία, τη Βόρεια Κορέα, το Καζακστάν, την Ιορδανία και άλλες χώρες στις οποίες κανείς μας δεν θα ήθελε να ζει. Όμως ο τουρκικός κρατικός μηχανισμός δεν ασπάστηκε την αξιολόγηση του Freedom House. Οι τούρκοι αξιωματούχοι που βρίσκονταν εκείνη τη μοιραία μέρα στην Τουρκία –εκτός από τις δεκάδες χιλιάδες που συνελήφθησαν αμέσως, ως «γκιουλενιστές», «τρομοκράτες», «δολοφόνοι» κ.λπ.– εντάχθηκαν, από δική τους επιλογή, ο καθένας σε μία από τρεις κατηγορίες. Αυτό παρεμπιπτόντως συμβαίνει ιστορικά σε όλες τις δικτατορίες και τα απολυταρχικά καθεστώτα. Το ξέρουμε από μελέτες καθεστώτων ακροδεξιού και ακροαριστερού ολοκληρωτισμού, και το ζήσαμε σε μικροκλίμακα και στη δική μας δικτατορία 1967-1974: όσοι δημόσιοι λειτουργοί ή άλλοι που έχουν συναλλαγές με το κράτος είναι εκτός φυλακής ή σε αυτοεξορία, χωρίζονται αμέσως μετά την επιβολή μιας δικτατορίας σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη, που πάντα αντιπροσωπεύει ελάχιστο ποσοστό, είναι αυτή των αντιστασιακών, εκ των οποίων σήμερα μέσα στην Τουρκία υπάρχουν ελαχιστότατοι (εκτός φυλακής) καθώς η άγρια καταστολή δεν επιτρέπει αντίσταση παρά μόνο σε ήρωες –και οι ήρωες είναι πάντα ελάχιστοι. Η δεύτερη κατηγορία, που αντιπροσωπεύει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις το μέγιστο ποσοστό, είναι των ανθρώπων τού «εγώ κοιτάω τη δουλειά μου», του «σιγά μην μπλέξω», δηλαδή όσων συνεχίζουν να επιτελούν τα καθήκοντά τους, πολλοί παρά τις εσωτερικές ενστάσεις τους στο καθεστώς. Το είδαμε και στη δική μας δικτατορία: ο μέγιστος αριθμός δημόσιων λειτουργών δεν ήταν «χουντικοί» με την πλήρη σημασία της λέξης, όπως δεν ήταν ούτε το μέγιστο ποσοστό των αξιωματικών. Ούτε και οι περισσότεροι αστυνομικοί ήταν βασανιστές. Οι βασανιστές και οι καταδότες ανήκουν σε τέτοιες περιπτώσεις στην τρίτη κατηγορία.

Εκεί εντάσσονται αυτοί που, είτε από δικαιολογία ή από συμφέρον, υπηρετούν με φανατισμό το καθεστώς. Η περίοδος που έγινε το αντίστοιχο ξεκαθάρισμα στο προσωπικό της τουρκικής αντιπροσωπείας στην Ελλάδα κράτησε λίγες ημέρες. Έχουμε αρκετά καλή εικόνα τού τι συνέβη τότε, από διπλωμάτες, υπαλλήλους και αξιωματικούς, σε θέσεις του ΝΑΤΟ, σήμερα φυγάδες στη Δύση. Το βράδυ του πραξικοπήματος, συγκεκριμένα, ο στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας, τότε Αντιπλοίαρχος Halis Tunç, είχε επικοινωνία μέσω Whatsapp με την Barutçu, περίπου στις 11 μ.μ., ως ακολούθως:

Barutçu: Κύριε Πλοίαρχε, τι φασαρίες κάνουν οι δικοί σας (οι ένοπλες δυνάμεις);

Tunç: Το Γενικό Επιτελείο έκανε πραξικόπημα.

Barutçu: Τι είδους πραξικόπημα; Ο Πρόεδρος, ο Πρωθυπουργός, έχουν αντιδράσει; 

Tunç: Μόνο αυτό ξέρω.

Barutçu: Να με ενημερώσετε αν έχετε πρόσθετες πληροφορίες.

Ήδη, από το γεγονός ότι την επικοινωνία αυτή με τον στρατιωτικό ακόλουθο την έκανε η Barutçu –κανονικά θα ήταν ρόλος του πρέσβη, ή έστω του πρώτου γραμματέα– έχουμε μια ένδειξη ότι από τις πρώτες στιγμές εκείνη ήταν που έδρασε ως ο πολιτικός προστάτης στην πρεσβεία της καθεστωτικής ορθοδοξίας. Την επόμενη ημέρα, 16 Ιουλίου 2016, συνέβη το καθοριστικότερο γεγονός στην ιστορία που αφηγούμαι.

Αργά το πρωί, οκτώ τούρκοι αξιωματικοί προσγειώθηκαν με ελικόπτερο στην Αλεξανδρούπολη, ζητώντας άσυλο από την Ελλάδα. Λίγες ώρες αργότερα, ο Τσίπρας υποσχέθηκε στον Ερντογάν ότι «θα σου τους στείλω πίσω σε δύο βδομάδες το πολύ», κατά τη διατύπωση που μετέφερε ο ίδιος ο Ερντογάν. 

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, και για τον ίδιο τον Τσίπρα και για τη χώρα. Και εδώ αρχίζει η μεγάλη σημασία του ζεύγους, με την Βarutçu να έχει περάσει πλέον ενεργά στη θέση του φανατικού υποστηρικτή του καθεστώτος Ερντογάν, δηλαδή στην τρίτη κατηγορία. Δεν ξέρω τι έσπρωξε αυτή την ως τότε «φιλελεύθερη» προς αυτή την κατεύθυνση. Πιθανώς επηρεάστηκε από τις καταβολές της: ο πατέρας της, τότε ανώτερος αξιωματικός, θεωρείται άνθρωπος με επαφές με το βαθύ κράτος, που τάχθηκε τότε με τον Ερντογάν, όπως μαρτυρεί και η μετέπειτα σταδιοδρομία του, ως ανώτατου στελέχους αμυντικής βιομηχανίας φίλιας στο καθεστώς, σήμερα. Πιθανώς να επηρέασε την Barutçu και η θέση της, η φιλοδοξία της ή και ο έρωτάς της. Αλλά τίποτε από αυτά δεν την καθιστά τραγική ηρωίδα ή θύμα των περιστάσεων, αφού όντας στην Ελλάδα, είχε την ελεύθερη επιλογή να εγκαταλείψει τη θέση της, όπως έκαναν τις πρώτες ημέρες πολλοί συνάδελφοί της, που χρησιμοποίησαν τα διαβατήριά τους για να διαφύγουν στη Δύση. Αλλά δεν το έκανε. Αντίθετα, από την επόμενη μέρα του φερόμενου ως πραξικοπήματος, πέρασε στη σκληρή γραμμή ταύτισης με το νέο καθεστώς. Γνωρίζουμε μάλιστα από μαρτυρίες ότι, μεταξύ άλλων, πήγαινε στα σπίτια στην Αθήνα των συναδέλφων της που διέφευγαν στη Δύση, για να τα ψάξει. Φυσικά, αυτό δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα ενός διπλωμάτη, αλλά ενός ασφαλίτη. Όσο για το κύριο συμβάν, ότι ο Τσίπρας «έταξε» τους Οκτώ στον Ερντογάν, είναι εντελώς βέβαιο. Η βούληση έχει ομολογηθεί άλλωστε δημόσια, επανειλημμένως και από αρκετούς –χώρια από τη συχνά επαναλαμβανόμενη μαρτυρία του Ερντογάν, που ο Τσίπρας ποτέ δεν διέψευσε. Η εντυπωσιακότερη δημόσια ομολογία από ανώτατο στέλεχος είναι του τότε αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Αποστολάκη που, ως γνωστόν, σε πρόσφατη συνέντευξή του, σπιλώνοντας μια κατά τη γνώμη μου λαμπρή στρατιωτική καριέρα –ομολογώ ότι ως τότε τον εκτιμούσα ιδιαίτερα– δήλωσε ότι «προσπαθήσαμε να τους στείλουμε πίσω» τις πρώτες ώρες. Αλλά δεν τα κατάφεραν, λέει, «γιατί μπλέχτηκε μετά η Δικαιοσύνη». Εδώ, βέβαια, κάνει λάθος: η Δικαιοσύνη μπλέχτηκε μέρες αργότερα.

Τις πρώτες ώρες, ο κύριος λόγος που σώθηκαν οι Οκτώ από τη βούληση του Τσίπρα και του Ερντογάν– ήταν η τεράστια τηλεοπτική-ειδησεογραφική κάλυψη του θέματος, λόγω του άκρως φωτογενούς θεάματος ενός τουρκικού ελικοπτέρου με φυγάδες σε ένα διεθνές αεροδρόμιο. Αυτή η δημοσιότητα κατέστησε αδύνατη μια κρυφή αποπομπή. Αλλά δεν εμπόδισε το κράτος να κάνει άλλα, στα κρυφά. Φρικτή εντύπωση προκαλεί το γεγονός –δεν έχει γίνει ως τώρα γνωστό– ότι στην πρώτη ανάκριση από την ΕΥΠ των Οκτώ, λίγες ώρες αφού προσγειώθηκαν, παρίσταντο και δύο τούρκοι αξιωματούχοι, στους οποίους οι έλληνες ομόλογοί τους έδιναν δικαίωμα να ανακρίνουν τους αξιωματικούς, λες και ήταν ίσα κι όμοια με εμάς. Και κατά μεταγενέστερη μαρτυρία του Halis Tunç, που από την τότε θέση του είχε τυπικά πρώτος το καθήκον να ζητήσει να επιστραφούν οι Οκτώ, ξέρουμε ότι συνεννοήθηκε με τους έλληνες αξιωματούχους να έρθει στην Αλεξανδρούπολη τουρκικό ελικόπτερο με δύο πληρώματα και φρουρά από τη στρατιωτική αστυνομία. Το ένα πλήρωμα θα επέστρεφε το ελικόπτερο που είχε έρθει με τους Οκτώ, ενώ με το άλλο, και με φύλακες τους στρατονόμους, θα επιστρέφονταν οι Οκτώ, δεσμώτες. Έτσι του είχαν πει. Όμως με τη δημοσιότητα που πήρε σε λίγη ώρα η υπόθεση, το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε.

Ο ίδιος ο Τσίπρας δεν διέψευσε ποτέ ευθέως το «τάξιμο» των Οκτώ, ενώ ο Ερντογάν, σε κάθε ευκαιρία, του το θύμιζε δημόσια. Αλλά για την αλήθεια του «ταξίματος» υπάρχουν πολλές άλλες πηγές, άλλες δημόσιες και άλλες ιδιωτικές. Προσωπικά, μου το έχει επιβεβαιώσει ανώτατος πολιτειακός παράγοντας, παρουσία μάλιστα μάρτυρα, λέγοντας μου ότι την πράξη του την παραδέχτηκε στον ίδιο ο Τσίπρας. Φυσικά, ο Τσίπρας δεν είχε κανένα δικαίωμα να υποσχεθεί την επιστροφή κανενός στον Ερντογάν. Σε μια δημοκρατική χώρα, αυτά τα αποφασίζουν μόνο τα δικαστήρια. Η υπόσχεσή του παρέβαινε το Σύνταγμα, τη διάκριση εξουσιών, και τους νόμους –αφήνω πια τις ανθρώπινες αξίες και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αλλά και πάλι, δεν θα καταφύγω σε συνωμοσίες ή κατηγορίες περί προδοτών, δωσίλογων κ.λπ. Θεωρώ ότι ο Τσίπρας, στο θέμα των Οκτώ, έδρασε υποκινούμενος αφ’ ενός από τη φοβία που του ενέπνεε το περιβάλλον του, για τις πιθανές συνέπειες της άρνησης –σε αυτό θα επανέλθω– αλλά επιπλέον, «έταξε» πιθανώς και από εν μέρει συγγνωστή άγνοια των νόμιμων δικαιωμάτων του αλλά και ασύγγνωστη αμέλεια, να μην ενημερωθεί γι’ αυτά, πριν δώσει μια τόσο σημαντική υπόσχεση. Μετά, ο Ερντογάν έδεσε κόμπο τον λόγο του Τσίπρα, και με ήθη ανατολίτικα, θεώρησε ασυγχώρητο παράπτωμα την αθέτησή του. Αλλά το θέμα είχε πια πάει στη Δικαιοσύνη, οπότε και η Άγκυρα έκανε επίσημο αίτημα έκδοσής των Οκτώ. Η κυβέρνηση και το κράτος μας είχαν φερθεί στο ζήτημα άθλια από την αρχή, και συνέχισαν. Τους Οκτώ τους είχαν πρώτα σε έναν στενό κελί στην Αλεξανδρούπολη, και κατόπιν σε ένα ημιυπόγειο κρατητήριο στην Αττική –το επισκέφθηκα αρκετές φορές– σε έναν χώρο σιδερόφρακτο, με ελάχιστο φυσικό φως, οκτώ ανθρώπους σε 20 τετραγωνικά μέτρα, με μισή ώρα προαυλισμού την ημέρα, σε ένα σιδερόφρακτο στενό διάδρομο. Εκεί τους κράτησε το ανθρωπιστικό καθεστώς ΣΥΡΙΖΑ πάνω από δυο χρόνια. Ο Τσίπρας ήξερε πια ότι μόνο μέσω δικαστηρίων μπορούσε να φανεί πιστός στην υπόσχεσή του στον Ερντογάν να επιστρέψει τους Οκτώ. Από ό,τι μου έλεγαν τότε όλοι οι νομομαθείς φίλοι, το ότι δεν εκδίδεις ανθρώπους σε ένα καθεστώς κατάργησης του κράτους δικαίου, όπως είχε διαμορφωθεί σαφώς το τουρκικό, ήταν «στις γνώσεις πρωτοετούς της Νομικής». Και όμως, εκείνο τον Νοέμβριο –για κάποιον λόγο οι Οκτώ είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, και δικάζονταν χωριστά– η πρώτη σύνθεση του Εφετείου δέχθηκε το αίτημα της Άγκυρας για την έκδοσή τους, και ενώ οι άλλες δύο το απέρριψαν, αμέσως άσκησε έφεση κατά της απόφασης ο Εισαγγελέας Εφετών. Προφανώς, το θέμα είχε ξεπεράσει τις γνώσεις του πρωτοετούς της  Νομικής και είχε γίνει πολιτικό –ως μη όφειλε. Οπότε το θέμα παραπέμφθηκε να κριθεί στον Άρειο Πάγο. Και πρόεδρος του Αρείου Πάγου ήταν τότε η Βασιλική Θάνου, τοποθετημένη σε αυτή τη θέση από την κυβέρνηση  Τσίπρα. Οι στενές σχέσεις της Θάνου με τον Τσίπρα ήταν από τότε ευρύτερα γνωστές, και επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά αργότερα, όταν μετά τη συνταξιοδότησή της ανέλαβε σύμβουλός του στο Μαξίμου. Αυτό που δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι το κλίμα τρόμου που είχε προσπαθήσει προκαταβολικά, αλλά και κατά τη διάρκεια των διασκέψεών της να μεταφέρει στους αρεοπαγίτες που θα δίκαζαν την υπόθεση των Οκτώ. Η απώτατη πηγή της τρομοκρατίας αυτής βρίσκεται στο περιβάλλον του Μαξίμου, που διαβουλευόταν και αποφάσιζε για τα θέματα αυτά. Και στο οποίο βέβαια καθοριστικός παράγων ήταν ο κ. Καλπαδάκης. Αυτό, με τη σειρά του μεταδιδόταν στον αλήστου μνήμης Κοντονή και τη Θάνου. Το μήνυμα του Μαξίμου, που προφανώς κάπως –πώς άραγε;– μας είχε διαμηνυθεί από την Τουρκία, ήταν «εκδώστε τους για το καλό σας, γιατί αλλιώς αλίμονο στην Ελλάδα, μαύρο φίδι που σας έφαγε!». Το μήνυμα αυτό το Μαξίμου το διέδιδε, τάχα εμπιστευτικά, προς όλες τις κατευθύνσεις, δημοσιογράφους, πολιτικούς άλλων παρατάξεων, παράγοντες του δημόσιου βίου. Και πολλοί το έχαφταν, αμάσητο.

Οι οκτώ τούρκοι αξιωματικοί προσάγονται στον Αρειο Πάγο, τον Ιανουάριο του 2017 (Intimenews) Στην περίοδο που χώριζε τις δίκες του Εφετείου από του Αρείου Πάγου, κάπου ενάμιση μήνα, κάποιοι ενεργοί πολίτες βαλθήκαμε να κάνουμε το ζήτημα των Οκτώ πρώτο θέμα στην επικαιρότητα, και επίσης να το βάλουμε στη διεθνή αρθρογραφία. Ο στόχος ήταν συγκεκριμένος: γνωρίζοντας τις απειλές που διέρρεε το περιβάλλον Τσίπρα στον Άρειο Πάγο, θέλαμε να αντιτάξουμε στην πίεση της προπαγάνδας ένα δημόσιο τείχος πίστης στο Σύνταγμα, στη διάκριση των εξουσιών και στον νόμο, με αυτό τον τρόπο δείχνοντάς ότι η κοινωνία των πολιτών στηρίζει τις δημοκρατικές και ευρωπαϊκές αξίες, έτσι βάζοντας έναν αντίβαρο δημοκρατικής και εθνικής υπερηφάνειας στον τρόμο. Επίσης, με την αρθρογραφία και τις παρεμβάσεις μας, αποδομούσαμε τις κινδυνολογίες που πήγαζαν από το Μαξίμου. Τις κινδυνολογίες οι άνθρωποι του Μαξίμου όμως τις πίστευαν. Αυτό μπορώ να το μαρτυρήσω εξ ιδίας πείρας. Τις τελευταίες ημέρες πριν εκδοθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, όταν άκουγα από έγκυρες πηγές ότι η Θάνου βυσσοδομούσε, ενσπείροντας πανικό στους δικαστές που συσκέπτονταν για την υπόθεση, έκανα συναντήσεις με δύο, ως τότε προσωπικά άγνωστά μου, ανώτατα στελέχη του καθεστώτος ΣΥΡΙΖΑ –για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Τις επεδίωξα εγώ, και με δέχθηκαν αμφότεροι αμέσως, προφανώς περίεργοι να μάθουν τις απόψεις μου ή ίσως ελπίζοντας σε κάτι να με επηρεάσουν. Ο δικός μου σκοπός ήταν, για να το πω απλά, να τους ξεκαθαρίσω τις προθέσεις μου. Ήθελα να τους επισημάνω ότι έτσι και συνεχίσουν να πιέζουν τη Δικαιοσύνη, ο αγώνας που είχαμε κάνει για να σώσουμε τους Οκτώ στην ελληνική δημόσια σφαίρα θα μεταφερόταν στη διεθνή, με αποδείξεις για τις παρεμβάσεις τους. Ήμουν τυπικά ευγενής αλλά εμφανώς θυμωμένος –ομολογώ ότι ήμουν και σε μεγάλη νευρική ένταση και αγωνία εκείνες τις ημέρες, και πρέπει να φαινόταν. Καθώς ήταν γνωστός ο ρόλος μου στην τεράστια κινητοποίηση για τους Οκτώ, όπως και η εκτενής αρθρογραφία μου, σε ελληνικά μέσα αλλά και σε μεγάλες ξένες εφημερίδες, τα δυο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με άκουσαν με προσοχή –έτσι κι αλλιώς, οι πολιτικοί πάνω από όλα τη δημοσιότητα λογαριάζουν.

Οι δύο ήταν άλλου χαρακτήρος και είχαν τελείως άλλη αντιμετώπιση. Ο πρώτος, κάπως ηλικιωμένος, ήταν γλυκύτατος, με κράτησε δύο ώρες στο γραφείο του, προτείνοντάς μου ενδιάμεσα, καφεδάκια, κουλουράκια και μετά ουζάκια και λουκανικάκια, που ευγενώς αρνιόμουν, και δίνοντάς μου χαζοχαρούμενες διαβεβαιώσεις του τύπου «μα ο Αλέξης είναι καλό παιδί, πιστεύει στα ανθρώπινα δικαιώματα», «αποκλείεται να θέλει να τους εκδώσει», «αποκλείεται να μίλησε στη Θάνου», και άλλα τέτοια. Ο δεύτερος δεν ήταν άλλος από τον κ. Καλπαδάκη. Το κλίμα ήταν εδώ τελείως διαφορετικό. Πάλι τυπικά ευγενικό, αλλά οι ματιές μας τώρα έβγαζαν φωτιές. Σε αυτόν διατύπωσα τις προειδοποιήσεις μου όσο γίνεται πιο απόλυτα: «Αν τους δώσετε πίσω, παραβαίνοντας κάθε αρχή ανθρωπισμού, ηθικής και νομιμότητας, σας διαβεβαιώ ότι θα κάνω σκοπό της ζωής μου να σας ξεφτιλίσω σε όλο τον πλανήτη!». Τα λόγια μου ακούγονται ίσως φαιδρά σήμερα –στο κάτω-κάτω, ποιος ήμουν εγώ να απειλώ μια κυβέρνηση με τέτοια τρομερά πράγματα;– αλλά στη στιγμή και στον τόνο που λέγονταν έβλεπα ότι έπιαναν τόπο. Ο κ. Καλπαδάκης ήξερε άλλωστε, όπως μου είπε, ότι όλη τη δημοσιότητα για τη σωτηρία των Οκτώ, που περιλάμβανε ήδη και τον ξένο Τύπο αλλά και προειδοποιήσεις προς την Ελλάδα διεθνών πολιτικών οργανισμών, την είχα ξεκινήσει εγώ. Αλλά αφού είχε διαπιστώσει το κίνητρό μου να τον συναντήσω, σε κάποια στιγμή, προς μεγάλη μου κατάπληξη ομολογώ, σε τόνο σχεδόν παρακλητικό, άρχισε να προσπαθεί να με πείσει ότι αν οι Οκτώ δεν εκδίδονταν, ο «Ερντογάν θα θυμώσει πάρα πολύ». «Ε, ας θυμώσει», του είπα εγώ. «Δεν είναι έτσι απλό», συνέχισε, κουνώντας το κεφάλι σοβαρά. «Ο θυμός του θα έχει τρομερές συνέπειες». Και πες, πες, κατέληξε να μου πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι αν δεν εκδώσουμε τους Οκτώ θα γίνει πόλεμος. Εγώ έμεινα άφωνος. «Μα το πιστεύετε σοβαρά αυτό;», ρώτησα. «Ναι, και έχουμε έγκυρες πληροφορίες. Και σας παρακαλώ να το πιστέψετε και εσείς». (Οι έγκυρες πληροφορίες σίγουρα περιλάμβαναν και την κυρία Barutçu.) Η παράκλησή του πάντως δεν είχε αποτέλεσμα, και χωρίσαμε, με εκείνον να μου λέει ότι θα μεταφέρει τα λεγόμενά μου στον Τσίπρα, και εμένα να του λέω ότι ήμουν στη διάθεσή του αν ήθελε να μου μεταφέρει κάποιο σχόλιο ή ερώτηση. Δεν επικοινώνησε ξανά. 

Με τον κ. Καλπαδάκη είχα όμως και μια δεύτερη συνάντηση, αυτή μάλιστα με παρόντα, μαζί μου, έναν διακεκριμένο πολίτη, επιστήμονα και δημόσιο διανοούμενο. Αυτή έγινε δύο χρόνια μετά την πρώτη, όταν, ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες των υπουργών Μετανάστευσης, διαδοχικά, Μουζάλα και Βίτσα, να ακυρώσουν με παρεμβάσεις τους τις αποφάσεις απονομής ασύλου στους Οκτώ, που είχαν εκδώσει οι αρμόδιες επιτροπές, η υπόθεσή τους κερδήθηκε θριαμβευτικά στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με ομόφωνη απόφαση. Όμως, ο στενός φίλος των αδελφών Τζανακόπουλων, Μάρκος Καραβίας, που είχε στο μεταξύ διορισθεί, ως πρωθυπουργικός εκλεκτός, επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασύλου, αρνιόταν να τους χορηγήσει το άσυλο. Δηλαδή, με κοτζάμ Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας να το έχει αποφασίσει ομόφωνα, αυτός προτιμούσε να υπακούει τις εντολές του Μαξίμου. Είδαμε λοιπόν τον κ. Καλπαδάκη, μαζί με τον διακεκριμένο πολίτη που ανέφερα, για να διαμαρτυρηθούμε. Αλλά εκείνος μας ειρωνευόταν, με «αααα, ξέρετε πόσες άλλες χιλιάδες αιτήσεις ασύλου έχουν προτεραιότητα», και διάφορα παρόμοια. Και όταν του είπα ότι από όσο ήξερα καμία από αυτές τις άλλες δεν είχε πίσω της ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ότι υπήρχαν και ένδικα μέσα για να τους πιέσουμε, εκείνος απάντησε, με αντίστοιχο τόνο, «ααα, ξέρετε τι φοβερό πράγμα είναι η γραφειοκρατία;». Τον ρώτησα να μου πει ειλικρινά, γιατί αυτά τα καραγκιοζιλίκια, και τι στην ευχή του Θεού φοβόταν αν δινόταν το άσυλο στους Οκτώ, απλώς υπακούοντας το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας. Και, πες, πες, ξαναφτάσαμε στη μαγική λέξη: «Πόλεμος». Δεν πίστευα στα αυτιά μου. «Πάλι πόλεμος;», του είπα. «Και με τον Άρειο Πάγο μού λέγατε ότι θα γίνει πόλεμος, αν δεν εκδοθούν οι Οκτώ, και δεν έγινε». «Ναι », μου είπε ο δαίμων αυτός της διπλωματίας. «Αλλά δεν ξέρετε τι αγώνα δώσαμε εμείς για να μη γίνει!». Δεν άντεξα να συγκρατήσω τα γέλια μου, καθώς τον φαντάστηκα, μαζί με τον Τσίπρα, αντιμέτωπους με τον στρατηλάτη Ερντογάν επικεφαλής των ετοιμοπόλεμων στρατευμάτων του, να τον πείθουν να κάνει όπισθεν. Στην προηγούμενη συνάντησή μας είχα καταλήξει ότι ο άνθρωπος αυτός, που υπό το καθεστώς τρόμου που του είχε εμπνεύσει η τουρκική πολιτική ηγεσία, ότι τάχα θα μας επιτεθούν αν δεν εκδώσουμε ή δώσουμε άσυλο στους Οκτώ, ήταν αφελής σε βαθμό ανοησίας.

Τη δεύτερη φορά όμως, όταν άκουσα ότι περίμενε να πιστέψω ότι δεν έγινε πόλεμος χάρη στις προσπάθειές «τους», κατάλαβα ότι πρέπει να θεωρεί ανόητο και εμένα. Αυτό μου το επιβεβαίωσε στο τέλος της συνάντησης, όταν μείναμε ένα λεπτό οι δυο μας, στην πόρτα του γραφείου του, και ο κ. Καλπαδάκης μου είπε κατ’ ιδίαν ότι έχει από μένα ένα παράπονο. Τον ρώτησα ποιο ήταν και μου είπε ότι ανέμειξα την προσωπική του ζωή στην πολιτική –αυτό, καθώς είχα ήδη σχολιάσει δημόσια τη σχέση του με την κ. Barutçu. Του είπα ότι, να με συμπαθάει, αλλά η σχέση αυτή, εφ’ όσον εκείνος κατείχε τη θέση που κατείχε, δεν ήταν θέμα προσωπικής ζωής, αλλά εθνικής ασφάλειας. Και τότε μου είπε το αμίμητο: «Οι αρμόδιες υπηρεσίες (η ΕΥΠ του Ρουμπάτη υποθέτω εννοούσε) ενημερώθηκαν και δεν βρήκαν στο γεγονός της σχέσης τίποτε το επιλήψιμο». Του είπα ότι η σχέση όντως δεν ήταν επιλήψιμη: απαγορευτική ήταν η συνύπαρξη της σχέσης και της θέσης του στο Μαξίμου. «Οι αρμόδιες υπηρεσίες θεώρησαν ότι δεν ήταν», μου είπε. Αυτή τη φορά δεν γέλασα. Για κλάματα ήταν το θέμα –με δάκρυα οργής για τα χάλια μας. Σε κάθε περίπτωση, το κακό που δεν κατάφερε να κάνει η παρέα του Μαξίμου στους Οκτώ, χάρη σε κάποια ενεργά μέλη της κοινωνίας των πολιτών, τους ανιδιοτελείς και άξιους δικηγόρους τους και τους υψηλόφρονες δικαστές μας, ξέσπασε εναντίον εκατοντάδων άλλων αθώων ανθρώπων, που οι υποθέσεις τους δεν είχαν δυστυχώς τη δημοσιότητα των Οκτώ. Στα σκοτεινά έφταναν στην Ελλάδα, φυγάδες από τον Ερντογάν, και στα σκοτεινά, διώχνονταν, βάρβαρα και απάνθρωπα, και παραδίνονταν στα χέρια των δεσμωτών τους. Βλέπετε, μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου, η παρέα του Μαξίμου ήταν πλέον σε απόλυτο πανικό, αφού ο Ερντογάν έπνεε μένεα εναντίον του Τσίπρα, που τον «είχε γελάσει» με τους Οκτώ. Από την πλευρά του βέβαια, και με τα μυαλά του, επί προσωπικού ο Ερντογάν είχε δίκιο: ο Τσίπρας είχε κατ΄αυτόν αθετήσει τον λόγο του. Και αντιδρώντας στην οργή του Ερντογάν, εικάζω υπερενισχυμένη από το ηχείο της κυρίας Barutcu, οι «τσιπραίοι» υπερέβαλλαν εαυτόν, να δείξουν με κάθε τρόπο στον Ερντογάν ότι το μήνυμα είχε ληφθεί. (Ξεφεύγω από το ύφος μου αποκαλώντας το περιβάλλον Μαξίμου «τσιπραίους», αλλά τους το χρωστάω: γιατί ξέρω καλά ότι η παρεούλα του πρωθυπουργού αποκαλούσε τους αμπαροκλειδωμένους Οκτώ «χουνταίους»). Ήθελε λοιπόν πάση θυσία ο Τσίπρας να περάσει το μήνυμα στον τούρκο πρόεδρο, ότι δεν μπόρεσε μεν να του επιστρέψει τους Οκτώ –«εγώ ήθελα, Ταγίπ μου, αλλά βλέπεις αυτοί οι δικαστές», κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Ερντογάν– αλλά δεν θα είχαν την ίδια καλή τύχη άλλοι τούρκοι φυγάδες, που θα προσπαθούσαν να ζητήσουν καταφύγιο στην Ελλάδα. Και έτσι στήθηκε ένας σκοτεινός μηχανισμός επαναπροωθήσεων. Η αντιστράτηγος Ζαχαρούλα Τσιριγώτη, όχι μόνο άνθρωπος με ισχυρή κομματική σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ –σήμερα άλλωστε είναι επίσημα σύμβουλος του Τσίπρα– αλλά στενή φίλη της Barutcu, και τακτική συνδαιτυμόνας του ζεύγους, διορίσθηκε Γενική Επιθεωρητής Αλλοδαπών και Φύλαξης Συνόρων, θέση που δημιουργήθηκε ειδικά για εκείνη, τότε. Όλοι μας φυσικά έχουμε εικόνα για το πόσο «καλά» φυλάγονταν τα σύνορά μας επί της θητείας της. Σε έναν όμως ειδικά τομέα, αρίστευε: οι τούρκοι φυγάδες από τον Ερντογάν που έφταναν με χίλιους κόπους και κινδύνους, για να ζητήσουν άσυλο στη δική μας πλευρά του Έβρου, μόλις έδιναν τα στοιχεία τους και αν ήταν καταζητούμενοι από τον Ερντογάν, επαναπροωθούνταν, βίαια και, φυσικά, παράνομα. Όσο για το ότι τους είχε στον στόχο ο Ερντογάν, οι δικοί μας δεν το μάθαιναν από λίστες της Ιντερπόλ, που αποτελούν τις μόνες νόμιμες πηγές βάσει των οποίων μπορεί μια χώρα να συλλάβει –όχι όμως να επαναπροωθήσει– κάποιον που περνά τα σύνορά της και καταζητείται από άλλη χώρα, απλούστατα γιατί σε αυτές τις λίστες δεν υπήρχαν. Η πληροφορία ότι καταζητούνταν μπορούσε άρα να προέρχεται μόνο από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Ερντογάν. Δυστυχώς έλληνες κρατικοί λειτουργοί συμμετείχαν σε αυτό το βάρβαρο, απάνθρωπο παιχνίδι. Τα παρακολουθούσα στενά εκείνο τον καιρό και ξέρω πάμπολλες περιπτώσεις επαναπροωθήσεων.

Λιγοστοί καταζητούμενοι φυγάδες που, είτε από εξυπνάδα είτε από φόβο, δήλωναν ψεύτικα ονόματα, και με μπόλικη παραπανήσια τύχη στο πλευρό τους, κατάφεραν και πέρασαν ασφαλώς, με τα μπουλούκια των άλλων εθνικοτήτων, που η φύλαξ των συνόρων Τσιριγώτη άφηνε να περνούν. Όσοι όμως τούρκοι φυγάδες (δυστυχώς οι περισσότεροι) έδιναν τα χαρτιά τους, και έκαναν από πάνω το λάθος να πούνε ότι διώκονται, πιστεύοντας αφελώς ότι αυτό σε μια πολιτισμένη χώρα αποτελεί αιτία παροχής ασύλου, στέλνονταν πίσω πάραυτα. Η διαδικασία ήταν σκοτεινή και φρικαλέα και βεβαίως, βαθύτατα παράνομη –με μπόλικα κακουργήματα φορτωμένη. Οι ταλαίπωροι ικέτες παραδίδονταν από έλληνες κουκουλοφόρους, οι οποίοι, σε βανάκια χωρίς πινακίδες τους πήγαιναν ως την όχθη του Έβρου, αφού πρώτα είχαν ειδοποιήσει τη ΜΙΤ ότι φθάνουν. Με βάρκες πέρναγαν τους δύσμοιρους αυτούς ανθρώπους απέναντι και τους παρέδιδαν στους τούρκους πράκτορες, που τους περίμεναν από την άλλη. Συχνά, τα ονόματα όσων επαναπροωθούνταν τα βλέπαμε την επομένη στα τούρκικα μέσα με την περιγραφή «συνελήφθη στο Εντιρνέ (Αδριανούπολη) προσπαθώντας να αποδράσει στην Ελλάδα». Αυτό ήταν το σήμα κατατεθέν, και η προειδοποίηση στους άλλους που θα τολμούσαν, της επαναπροώθησης. Στα κατορθώματα της Τσιριγώτη έχω και ένα μικρό που με αφορά προσωπικά: άνθρωποί της παρακολουθούσαν και μένα για ένα διάστημα, λες και ήμουν κανένας κακούργος –υποθέτω χωρίς εισαγγελική εντολή. Αυτό σταμάτησε όταν τους φωτογράφισα κρυφά και τις έστειλα τις φωτογραφίες τους, και της έγραψα ότι οι επόμενες θα είναι στο Facebook. Και επιπλέον, μας ξεγέλασε, ύπουλα και μπαμπέσικα, εμένα αλλά και κάποιους από τους νομικούς παραστάτες των Οκτώ, ζητώντας να πάμε στο γραφείο της τάχα «για να μας μιλήσει για την προστασία ενός από αυτούς», που είχε απελευθερωθεί από τις επιτροπές ασύλου, ώστε οι άνθρωποί της να τον αρπάξουν κατά την απουσία μας. Για τις επαναπροωθήσεις τούρκων αντικαθεστωτικών στην Τουρκία επί ΣΥΡΙΖΑ, και την παράδοσή τους, από κουκουλοφόρους, στους τούρκους ασφαλίτες, γράφτηκαν τότε αρκετά πράγματα, και καταγγέλθηκαν πολλά περιστατικά από αρμόδιους φορείς, με ονόματα, στοιχεία, υλικό και μάρτυρες, ανάμεσά τους από την Ελληνική Ένωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, αλλά και διεθνείς οργανισμούς, ανάμεσά τους την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, όπως και πολλούς πολίτες. Επιπλέον, έγιναν για αυτές αρκετές μηνύσεις από συγγενείς θυμάτων, που όμως οι περισσότερες έχουν καταλήξει. Αυτό ήταν εν μέρει κατανοητό από δικαστικής πλευράς, γιατί οι μηνύσεις γίνονταν από φόβο «κατά παντός υπευθύνου», αντί συγκεκριμένων αξιωματικών, κατηγορία που δύσκολα φτάνει στο ακροατήριο, και βέβαια χωρίς μάρτυρες αστυνομικούς. Αλλά τα εγκλήματα έγιναν. Και οι εγκληματίες υπήρξαν, βάσει των επίσημων ελληνικών και διεθνών καταγγελιών. Και ελπίζω κάποτε, με τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί και συλλέγονται ακόμα, οι υπεύθυνοι να λογοδοτήσουν αν όχι στη Δικαιοσύνη, τότε στην Ιστορία. 

Ο πίνακας δείχνει σχηματικά τις σχέσεις των ανθρώπων που αναφέρονται, την ύπαρξη και τη φύση τους, καθώς και (σε μαύρο φόντο) τα αποτελέσματά τους. Οι μαύρες γραμμές δείχνουν άμεσες σχέσεις, ενώ οι διακεκομμένες έμμεση. Η μία γραμμή με παύλες, δηλώνει συμβάν Βλέποντας το θέμα εκ των υστέρων, πολιτικά, το «τάξιμο» των Οκτώ από τον Τσίπρα, και οι απεγνωσμένες προσπάθειες του περιβάλλοντός του να τους επιστρέψουν με κάθε παράνομο τρόπο, ήταν η αρχή κάθε κακού. Αν ο Τσίπρας, έχοντας πληροφορηθεί από νομικούς ότι δεν ήταν στις αρμοδιότητές του να υποσχεθεί κάτι τέτοιο, έστω και αφού το είχε κάνει, παραδεχόταν δημόσια ότι είχε κάνει λάθος τάζοντας τους Οκτώ, και ότι τα καθήκοντά του, όπως ορίζονται από το Σύνταγμα, δεν του το επέτρεπαν, δηλαδή αν είχε τολμήσει να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό, θα είχε ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και θα είχε φερθεί ως όφειλε, ως ηγέτης, μένοντας μακριά από κάθε παιχνίδι με τη Δικαιοσύνη. Αλλά αυτό το λάθος του, άπαξ και δεν ομολογήθηκε, εξελίχθηκε από το κακό στο χειρότερο. Το λάθος έγινε έγκλημα.

Είχε βέβαια προϋπάρξει η απαράδεκτη και ασύγγνωστη πράξη του να διορίσει Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του τον Καλπαδάκη, που τον είχε ήδη σύμβουλο από το 2014. Το έκανε επειδή ο Καλπαδάκης ήταν ανιψιός του κ. Βούτση, επειδή τον συμπαθούσε, επειδή του φαινόταν πειθήνιος; Δεν ξέρω. Γεγονός είναι, πάντως, ότι η θέση αυτή ανατίθεται πάντα σε παλιούς διπλωμάτες, με τον βαθμό του πρέσβη, εν ενεργεία ή συνταξιούχους, και πάντως ανθρώπους με τεράστια πείρα και γνώση. Αντίθετα, ο Καλπαδάκης ήταν ένας νεαρός, άπειρος διπλωμάτης, που μόλις είχε επιστρέψει από τριετή τοποθέτηση στην Άγκυρα, όπου αναπτύχθηκε το ειδύλλιο με την Barutçu. (Αν πίστευα στις θεωρίες συνωμοσίας, θα έλεγα ότι υπήρξε στην αρχή του ειδυλλίου κάποια ενθάρρυνση, από τουρκικής πλευράς). Από εκεί και πέρα, με τη σχέση δεδομένη, και την άφιξη στην Αθήνα της Barutçu, μόλις ανέλαβε στο Μαξίμου ο Καλπαδάκης, η υπόλοιπη θητεία του είναι εξ ορισμού σκανδαλώδης. Η επιλογή του Καλπαδάκη από τον Τσίπρα, αλλά και η ανεπάρκεια και φοβικότητα του δεύτερου, τους έκαναν να πιστεύουν για την Τουρκία όσα τους σέρβιρε η πλευρά Ερντογάν, άλλα μέσω δημοσιότητας, άλλα μέσω κρεβατομουρμούρας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι την εθνική μας πολιτική, τουλάχιστον στο ζήτημα της τήρησης του διεθνούς δικαίου, του σεβασμού του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και της ανθρωπιάς, σε θέματα ασύλου, τη διαχειρίζονταν φοβικά ανθρωπάρια. Πρίμο-σεκόντο, το Μαξίμου από τη μία, και από την άλλη η Τσιριγώτη στην Αστυνομία και ο Καραβίας στην Υπηρεσία Ασύλου. Τέλος πάντων, άλλαξε το καθεστώς και η νέα κυβέρνηση, υπακούοντας στον νόμο, έδωσε στους Οκτώ το άσυλο, όπως άλλωστε ήταν υποχρεωμένη από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η θλιβερή παρένθεση του ΣΥΡΙΖΑ πέρασε. Αλλά, αναρωτιέμαι, τι κατάλοιπα άφησε στην κοινωνία, τα ΜΜΕ, την κοινή γνώμη αλλά και την πολιτική μας, εκείνη η καραμέλα που ακούγαμε τότε, για τον «δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Τουρκίας», όπως πάντα αναφερόταν ο Τσίπρας στον Ερντογάν –«και ο Χίτλερ δημοκρατικά εκλεγμένος ήταν» θύμισε καίρια ο αλησμόνητος Σταύρος Τσακυράκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αντικρούοντας τους νομικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης κατά του ασύλου των Οκτώ– και πόσοι ακόμα πιστεύουν τα περί «χουνταίων», όχι μόνο για τους Οκτώ, αλλά για όλους τους εχθρούς του Ερντογάν; Και, ακόμα περισσότερο, αναρωτιέμαι πόσο παραμένει σήμερα ζωντανή η φοβικότητα που τότε δημιουργήθηκε και έγινε ενδημική στο πολιτικό περιβάλλον του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά στο πώς εκφράζεται στο ζήτημα των τούρκων ικετών στα χώματά μας; Οι άνθρωποι φεύγουν από το προσκήνιο. Αλλά κάποτε τα φαντάσματά τους μένουν. Τελειώνω λέγοντας ότι από τα ονόματα που αναφέρθηκαν εδώ, πλην των δύο πρωταγωνιστών, Ερντογάν και Τσίπρα, και των γνωστών πολιτικών, για τους οποίους ενημερωνόμαστε από τα ΜΜΕ, οι κ.κ. Αποστολάκης, Καλπαδάκης και Τσιριγώτη ανήκουν τώρα επίσημα στο σκιώδες ΚΥΣΕΑ του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Ρουμπάτης, πήγε σπίτι του. Η σχέση Καλπαδάκη-Barutçu, από όσο γνωρίζω έχει λήξει. Εκείνη, με το που άλλαξε η κυβέρνηση στην Αθήνα, επέστρεψε το καλοκαίρι του 2019 στην Αγκυρα και υπηρετεί στη Γενική Διεύθυνση Αεροναυτιλίας και Ασφάλειας Συνόρων, αν αυτό σας λέει κάτι. Ο κ. Καραβίας ωστόσο παραμένει και σήμερα διευθυντής της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο άνθρωπος αυτός είναι για μένα ένα μυστήριο: κολλητός των αδελφών Τζανακόπουλων, άνθρωπος του στενού κύκλου του συριζαίικου Μαξίμου, που τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου για φιλικούς και κομματικούς λόγους, παρέμεινε στη θέση του μετά την ήττα της κυβέρνησης που τον διόρισε. Δέχομαι ότι αρχικά η σημερινή κυβέρνηση τον άφησε να ολοκληρώσει τη θητεία του, για να μην κάνει κομματικούς διωγμούς. Και αυτό είναι με κάποια έννοια αξιέπαινο. Αλλά δεν εξηγεί τη στάση του κ. Μηταράκη, ο οποίος πρόσφατα αναβάθμισε τον κ. Καραβία, από «διευθυντή» σε «διοικητή», παρατείνοντας τη θητεία του. Γιατί άραγε; Και ο ίδιος ο Καραβίας γιατί έμεινε, αν και αρχικά διορισμένος ως κομματικός εγκάθετος; Δύο πιθανούς λόγους βρίσκω: ή συνηθίζει να προσκολλάται στην εξουσία από όπου και αν προέρχεται, ή αλλιώς παραμένει πιστός στην προηγούμενη παρέα του και αποτελεί στη θέση αυτή πολιτικά παρείσακτο, «εισοδιστή» που λέγαν και παλιοί κομμουνιστές, που συνεχίζει την πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά για τους τούρκους φυγάδες –θα επανέλθω στο ζήτημα, με νέο άρθρο. Δεν ξέρω ποιος γνωρίζει τα πραγματικά κίνητρα του κ. Καραβία, εκτός από τον ίδιο. Πάντως σίγουρα όχι ο κ. Μηταράκης.

Σημείωση: Όσες πληροφορίες περιέχονται σε αυτό το άρθρο και δεν είναι δημόσια γνωστές, προέρχονται από δικές μου προσωπικές πηγές και συναντήσεις, που άλλες αναφέρω και κάποιες οφείλω, για λόγους είτε υπόσχεσης είτε δεοντολογίας, να προστατεύσω, τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα. Αυτές τις έχω όλες καταγράψει, αλλού, και υπάρχουν διαθέσιμες.

 * O Aπόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

 https://www.protagon.gr/themata/o-tsipras-o-erntogan-kai-to-eidyllio-skandalo-44342255330